External Publication
Visit Post

Λαϊκή εξουσία ή ταξική εξουσία;

Αρχική [Unofficial] June 5, 2026
Source

Daniel Rashid*

*Σημείωση του μεταφραστή στην ελληνική γλώσσα: Το ακόλουθο κείμενο είναι μια κριτική προσέγγιση του προγράμματος της Black Rose Anarchist Federation (BRRN - από τις ΗΠΑ), με τίτλο «Turning the Tide». Το ντοκουμέντο αυτό δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά για όποιον/αν ήθελε να το διαβάσει βρίσκεται εδώ: https://www.blackrosefed.org/about/program/ και εδώ: https://theanarchistlibrary.org/library/black-rose-anarchist-federation-turning-the-tide Ο Daniel Rashid είναι μέλος της Anarchist Communist Federation (ACF) στην Αυστραλία.

Η δημοσίευση του προγράμματος της Black Rose Anarchist Federation (BRRN - από τις ΗΠΑ), «Turning the Tide», ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Οι σταθερές αναρχικές οργανώσεις είναι σπάνιες και τα λεπτομερή πολιτικά προγράμματα τέτοιων οργανώσεων ακόμη σπανιότερα. Τα μέλη της αυστραλιανής αναρχικής κομμουνιστικής τάσης έχουν εμπνευστεί από τη Black Rose από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της, και η επίμονη δραστηριότητά της μάς ώθησε να κάνουμε περισσότερα και να οργανωθούμε καλύτερα. Γνωρίζαμε επίσης ότι η Black Rose είχε περάσει πολύ χρόνο ανασυγκροτούμενη έπειτα από μια σοβαρή εσωτερική κρίση, γι’ αυτό ήταν ανακούφιση να τη δούμε επιτέλους να στρέφεται ξανά προς τα έξω.

Αν και υπάρχουν πολλά θετικά στοιχεία στο «Turning the Tide» -στα οποία δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα εδώ- τελικά υπάρχουν και αρκετά σημεία για τα οποία διατηρώ επιφυλάξεις. Σκοπός μου δεν είναι να επιτεθώ στη Black Rose, αλλά να εκφράσω αυτές τις διαφωνίες με τρόπο που ελπίζω να είναι παραγωγικός. Επιπλέον, αν και αυτό το άρθρο αφορά άμεσα τη Black Rose, εξετάζει επίσης προβλήματα του especifismo γενικότερα και προτείνει ορισμένες εναλλακτικές κατευθύνσεις. Ελπίζω, λοιπόν, ότι θα συμβάλει σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από την αναρχική στρατηγική και ειδικότερα τη στρατηγική των οργανωμένων αναρχικών κομμουνιστών.

Για να είμαι σαφής, αυτό το άρθρο δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση συλλογική δήλωση των αυστραλιανών οργανώσεων. Εγώ και μόνο φέρω την ευθύνη για το περιεχόμενό του και ασφαλώς δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι συμφωνούν μαζί μου! Ωστόσο, αποτελεί προϊόν συνεχών συζητήσεων που κάνουμε εδώ και καιρό πάνω σε αυτό το θέμα (σ.τ.μ.: οι συζητήσεις αυτές οδήγησαν στην ίδρυση της Anarchist Communist Federation στην Αυστραλία τον Ιανουάριο του 2025) και ίσως βοηθήσει τους συντρόφους στο εξωτερικό να κατανοήσουν καλύτερα γιατί, για παράδειγμα, προτιμούμε να αντιλαμβανόμαστε την πολιτική μας ως «εργατική ταξική εξουσία» (working class power) και όχι ως «λαϊκή εξουσία» (popular power).

Καπιταλισμός εναντίον συστήματος κυριαρχίας

Το πιο άμεσο πρόβλημα με το «Turning the Tide» αφορά την κατανόησή του για την τάξη, κάτι που δημιουργεί δυσκολίες και στις πιο συγκεκριμένες πολιτικές εκτιμήσεις που παρουσιάζονται αλλού στο κείμενο. Η ιδιαίτερη ταξική ανάλυση που υιοθετείται προβάλλεται ήδη από την αρχή, στην εισαγωγή της ενότητας «δομική ανάλυση». Εκεί αναφέρεται ότι ο κόσμος είναι διαιρεμένος «ανάμεσα στους λίγους που κυριαρχούν και στους πολλούς που κυριαρχούνται [...] αυτή η βαθιά ριζωμένη διαίρεση είναι προϊόν των βασικών δομών που καθορίζουν την κοινωνία μας: του καπιταλισμού, του κράτους, της ετεροπατριαρχίας, του ιμπεριαλισμού, της εποικιστικής αποικιοκρατίας και της λευκής υπεροχής». Μια κεντρική έννοια εδώ είναι η εξουσία, την οποία αντιλαμβάνονται ως ουδέτερη έννοια (1) και ως κάτι που «μοιράζεται από τον συνεχιζόμενο αγώνα μεταξύ κοινωνικών δυνάμεων στην κοινωνία, ιδιαίτερα μεταξύ των κυρίαρχων και των κυριαρχούμενων τάξεων» (σελ. 9).

Για να διευκρινίσουμε: το ζήτημα δεν αφορά τόσο την αντίληψή τους για την τάξη αυτή καθαυτή, όσο τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να αποφεύγουν να διατυπώσουν μια σαφή αντίληψη περί τάξης. Η γραφή της Black Rose σχετικά με την τάξη σε αυτό το κείμενο χαρακτηρίζεται από τον εξαιρετικά γενικό και αόριστο χαρακτήρα της. Παρατηρήστε τη διατύπωση γύρω από τις «βασικές δομές»: δεν υποστηρίζεται ότι κάποια συγκεκριμένη «δομή» είναι σημαντικότερη από τις άλλες, αλλά ότι όλες ανήκουν στην ίδια κατηγορία.

Συνεχίζουν διαφοροποιούμενοι από τις «στενότερες μαρξιστικές αντιλήψεις» περί τάξης και ορίζουν την τάξη όχι μόνο σε σχέση με τα μέσα παραγωγής, αλλά και με «τα μέσα καταναγκασμού (π.χ. αστυνομία, στρατός, φυλακές) και διοίκησης (π.χ. κυβερνητικοί θεσμοί που θεσπίζουν και εφαρμόζουν τους νόμους)» (σελ. 9). Έτσι, δεν χρειάζεται πλέον να μιλάμε για εργάτες και καπιταλιστές, αλλά για κυρίαρχους και κυριαρχούμενους. Στους κυρίαρχους συγκαταλέγονται αστυνομικοί, δικαστές, καπιταλιστές και κυβερνήτες, ενώ στους κυριαρχούμενους οι εργάτες, οι άνεργοι και οι φυλακισμένοι.

Δεν διευκρινίζουν τι ακριβώς εννοούν με τον όρο «στενότερες μαρξιστικές αντιλήψεις» περί τάξης, κάτι που φαίνεται άδικο. Υπάρχουν σχεδόν τόσες μαρξιστικές αντιλήψεις περί τάξης όσοι και μαρξιστές. Πολλοί μαρξιστές καταλήγουν, μέσω της δικής τους ανάλυσης της τάξης, σε συμπεράσματα σχεδόν ταυτόσημα με αυτά της Black Rose, έστω κι αν τα διατυπώνουν διαφορετικά. Εκεί όπου ένας μαρξιστής θα έλεγε ότι οι αστυνομικοί είναι υπηρέτες του καπιταλισμού και συνεπώς πρέπει να αντιμετωπιστούν ως αντίπαλοι, η Black Rose λέει ότι ανήκουν στις κυρίαρχες τάξεις και συνεπώς πρέπει να αντιμετωπιστούν ως αντίπαλοι. Εκεί όπου ένας μαρξιστής θα έλεγε ότι οι άνεργοι και οι φυλακισμένοι είναι (συνήθως) μέρος της εργατικής τάξης και άρα πρέπει να υποστηριχθούν, η Black Rose λέει ότι αποτελούν μέρος των κυριαρχούμενων τάξεων και άρα πρέπει να υποστηριχθούν.

Ποιες είναι οι απτές διαφορές εδώ; Η Black Rose δεν το εξηγεί. Για άλλη μια φορά, αυτό που γίνεται πιο εμφανές είναι η έλλειψη ανάλυσης: δεν προσφέρουν κάποια αιτιολόγηση για τη θέση τους ούτε εξηγούν γιατί αυτή η πιο γενικευμένη αντίληψη της καταπίεσης είναι πιο ουσιαστική από μια «στενότερη». Συνεχίζουν στο ίδιο πνεύμα και στη σελίδα 10, δηλώνοντας ότι «οι κυριαρχούμενες τάξεις δεν αποτελούν μονολιθικό σύνολο» και ότι διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση τη φυλή, το φύλο κ.ο.κ.

Μια ιστορική τάση

Αυτή η προσέγγιση του καπιταλισμού (και η σχετική ασάφεια γύρω από την έννοια της τάξης) ως μίας μορφής καταπίεσης ανάμεσα σε άλλες, έχει μια σύγχρονη βάση, όχι μόνο επειδή μοιάζει με τις φιλελεύθερες ή αριστερές διαθεματικές (intersectionalist) θεωρίες που είναι δημοφιλείς στη δυτική ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά και επειδή είναι εμφανώς επηρεασμένη από τις θεωρητικές εξελίξεις της τάσης του especifismo μετά τη δεκαετία του 1980 (όταν οι πρώην αντάρτες πόλης άρχισαν, μέσα στους κύκλους μελέτης τους, να διαβάζουν τον Foucault).

Υπάρχει, ωστόσο, και μια ιστορική ηχώ εδώ. Πάντοτε υπήρχε μέσα στον αναρχισμό μια τάση που επιθυμούσε να υποβαθμίσει τη σημασία της τάξης υπέρ μιας πιο γενικής εχθρότητας προς κάθε μορφή καταπίεσης. Σε γενικές γραμμές, το επιχείρημα είναι ότι ενώ ο μαρξισμός επικεντρώνεται αποκλειστικά στην τάξη με αναγωγικό τρόπο, εμείς επικεντρωνόμαστε σε κάθε απεχθή πλευρά της κοινωνίας.

Παρεμπιπτόντως, αυτό αποτέλεσε σημαντικό σημείο αντιπαράθεσης κατά τις αρχικές συζητήσεις γύρω από την Πλατφόρμα. Νομίζω ότι αυτή η διάσταση έχει παραμεληθεί κάπως από το συνηθισμένο αφήγημα, σύμφωνα με την οποία οι διαφωνίες αφορούσαν απλώς τις οργανωτικές μορφές. Στην πραγματικότητα, ένα σημαντικό μέρος των διαφορών μεταξύ των πλατφορμιστών, των συνθετιστών, των Ιταλών αναρχικών κομμουνιστών κ.ά. αφορούσε την έντονη έμφαση της Πλατφόρμας στην ταξική διάσταση. (2)

Οι Ιταλοί αναρχικοί κομμουνιστές έτειναν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε μια ανθρωπιστική κριτική του πλατφορμισμού σε σχέση με άλλες τάσεις. (3) Για παράδειγμα, ο Fabbri απάντησε στην ταξική ανάλυση της Πλατφόρμας υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό καθοριστικό χαρακτηριστικό του αναρχισμού ήταν «η άρνηση κάθε επιβεβλημένης εξουσίας, κάθε κυβέρνησης», ένα ιδανικό που δεν συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη τάξη. Το να πιστεύει κανείς ότι «ο θρίαμβος της εργατικής τάξης θα οδηγήσει αναγκαστικά στην αναρχία» είναι λανθασμένο, γιατί η επίτευξη της αναρχίας εξαρτάται, αντίθετα, από το κατά πόσο οι μάζες θα «γίνουν συνειδητά αναρχικές». (4)

Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι, αν ο αναρχισμός δεν ενσαρκώνεται στη δράση της εργατικής τάξης, τότε μετατρέπεται σε μια απλή ηθική ιδεολογία. Το επιχείρημα του Fabbri ότι η εργατική τάξη αποτελεί μια «δημιουργική και απελευθερωτική δύναμη» μόνο στον βαθμό που είναι αναρχική δεν είναι μια άποψη που, όπως ίσως υποστηρίξουν ορισμένοι, πετά την εργατική τάξη στο περιθώριο της ιστορίας, αλλά είναι μια άποψη που πετά τον ίδιο τον αναρχισμό στο περιθώριο. Εάν αυτή είναι η οπτική, τότε το καθήκον των αναρχικών γίνεται η μεταστροφή του πληθυσμού σε ένα συγκεκριμένο δόγμα και στη συνέχεια η παρότρυνσή του να δράσει σύμφωνα με αυτό. Τι άλλο μπορεί να παράγει μια τέτοια στρατηγική παρά μια νέα θρησκεία;

Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι οι στρατηγικές του Fabbri επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στην αναρχική προπαγάνδα. Αυτό θυμίζει τη θέση του Malatesta στο συνέδριο του Άμστερνταμ το 1907, όταν δήλωνε ότι υποστηρίζει τη συμμετοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα «πάνω απ’ όλα προς όφελος της προπαγάνδας μας», υποστηρίζοντας ότι «το εργατικό κίνημα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μέσο». Θεωρώ σημαντικό να επισημάνω ότι πρόκειται επίσης για την ομιλία όπου ο Malatesta εξέφρασε τη λύπη του επειδή οι εργάτες επιτίθεντο σε απεργοσπάστες, «οι οποίοι επίσης είναι θύματα εκμετάλλευσης και ακόμη πιο δυστυχισμένοι» από τους υπόλοιπους εργάτες. (5)

Ο ίδιος ο Malatesta άφηνε να εννοηθεί ότι η Πλατφόρμα υπερεκτιμούσε τις δυνατότητες της ίδιας της εργατικής τάξης. Χωρίς «το ερέθισμα, την ώθηση, τη συντονισμένη προσπάθεια των ανθρώπων των ιδεών» (δηλαδή των αναρχικών), το εργατικό κίνημα θα «καλλιεργήσει πνεύμα συντηρητισμού και φόβου απέναντι στην αλλαγή» και θα «προσαρμοστεί στις περιστάσεις». (6) Παρά την κριτική του Malatesta στον μπολσεβικισμό -και μάλιστα αν και κατηγορεί τους πλατφορμιστές ότι του μοιάζουν επιφανειακά- φαίνεται να υιοθετεί ένα από τα πιο βασικά στρατηγικά του αξιώματα: ότι η εργατική τάξη, «αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις», μπορεί να αναπτύξει μόνο συνδικαλιστική συνείδηση και ότι η μόνη θεραπεία γι’ αυτό είναι μια πεφωτισμένη πολιτική τάση που θα της μεταφέρει τη σοσιαλιστική συνείδηση «απ’ έξω».

Το πιο ευνοϊκό που μπορεί να πει κανείς γι’ αυτή την ανθρωπιστική κριτική του αναρχισμού της ταξικής πάλης είναι ότι τονίζει τη σημασία της αποφυγής του «εργατισμού» (workerism) και μιας υπερβολικά ντετερμινιστικής αντίληψης περί τάξης. Αυτή η δογματική τάση συνδέεται συνήθως με τον μαρξισμό, αν και οι καλύτεροι επικριτές της είναι συχνά οι ίδιοι οι μαρξιστές. (7) Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο σκοπός του κομμουνισμού είναι η κατάργηση των τάξεων, πράγμα που σημαίνει και την κατάργηση της ίδιας της εργατικής τάξης, πραγματοποιώντας έτσι για πρώτη φορά μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία.

Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι η εργατική τάξη είναι θα καταργήσει τον εαυτό της και όχι κάποιος άλλος. Δεν θα το κάνει επειδή θα συνειδητοποιήσει μαζικά ότι ο καπιταλισμός έρχεται σε αντίθεση με κάποιο σύνολο ηθικών αρχών. Η κατάρρευση του καπιταλισμού (και μαζί του, του κράτους) μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν η εργατική τάξη συνειδητοποιήσει έμπρακτα το συλλογικό της συμφέρον σε πρωτοφανή βαθμό. Η νέα αίσθηση δικαιοσύνης που κινητοποιεί τους ανθρώπους προέρχεται από την ίδια την ταξική πάλη, όχι από κάτι εξωτερικό προς αυτήν.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Malatesta αντιπαραθέτει το ίδιο το συμφέρον της εργατικής τάξης στα λαμπρά ιδανικά των διαφωτισμένων ανθρώπων είναι εξοργιστικός: θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει τα πράγματα με πιο αντεστραμμένο τρόπο; Στον βαθμό που οι «άνθρωποι των ιδεών» έχουν κάποια σημασία, αυτή οφείλεται στο ότι αναδεικνύονται μέσα από την ίδια τη διαδικασία της πάλης της εργατικής τάξης για τα συμφέροντά της. Στην πραγματικότητα, ένας βασικός λόγος για τον οποίο υποστηρίζουμε τον αναρχισμό είναι ότι πιστεύουμε πως αποτελεί μια πιο αυθεντική έκφραση του εργατικού ταξικού συμφέροντος από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό δόγμα.

Φυλή και τάξη

Είναι κατανοητό ότι η BRRN αναφέρεται κυρίως σε αμερικανικά παραδείγματα· πρόκειται, άλλωστε, για μια αμερικανική οργάνωση. Ωστόσο, ορισμένες από τις θεωρητικές της παρατηρήσεις φαίνεται να φιλτράρονται μέσα από έναν έντονα αμερικανοκεντρικό -ή τουλάχιστον δυτικοκεντρικό- φακό. Αυτό γίνεται πιο εμφανές στην ανάλυση της λευκής υπεροχής, η οποία μοιάζει να αφορά αποκλειστικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για παράδειγμα, η διατύπωση ότι «στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η κατανομή της αναπαραγωγικής εργασίας ήταν πάντοτε φυλετικοποιημένη» (σελ. 12) είναι κατανοητή στο αμερικανικό πλαίσιο, αλλά δεν μπορεί να γενικευτεί ως καθολικός ισχυρισμός χωρίς, είτε να θολώσει την ιστορική πραγματικότητα είτε να επεκτείνει τον όρο «φυλετικοποιημένη» μέχρι να χάσει κάθε συγκεκριμένο νόημα.

Ο εννοιολογικός διαχωρισμός της τάξης από άλλα ζητήματα ίσως οδηγεί την BRRN στο να υποτιμά τον ρόλο του κράτους στην ίδια την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Για παράδειγμα, στην ενότητα που αναλύει το κράτος (σελ. 18), αναφέρεται ότι το κράτος αποκτά νομιμοποίηση παρέχοντας «βασικές υπηρεσίες, όπως η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη», οι οποίες εμφανίζονται ως έκφραση «κρατικής αγαθοεργίας», ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν συνήθως «αντανάκλαση της ταξικής πάλης».

Η περιγραφή των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους ως «αντανάκλασης της ταξικής πάλης» είναι αληθινή, αλλά μόνο υπό μια συγκεκριμένη έννοια. Είναι πράγματι αλήθεια ότι οι πιέσεις «από τα κάτω», από εργάτες και άλλα κοινωνικά στρώματα, μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγές στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών: αύξηση της χρηματοδότησης των σχολείων, βελτίωση των κοινωνικών επιδομάτων, κατασκευή δημόσιων κατοικιών και ούτω καθεξής.

Ωστόσο, ο θεμελιώδης λόγος για τον οποίο το κράτος παρέχει αυτές τις υπηρεσίες δεν είναι ότι αποτελεί έναν «αμφισβητούμενο χώρο εξουσίας» (σελ. 19), αλλά ότι η αναπαραγωγή του καπιταλισμού απαιτεί εργάτες μορφωμένους, (σχετικά) υγιείς κ.λπ., και το κράτος βρίσκεται στην ιδανική θέση για να παρέμβει και να διασφαλίσει ότι αυτό θα συμβεί. Με αυτόν τον τρόπο, και με πολλούς άλλους, το κράτος αναλαμβάνει έναν οργανικό ρόλο στη συγκεκριμένη διάρθρωση του καπιταλισμού και στον καταμερισμό της εργασίας μέσα σε ένα δεδομένο έθνος. Οι συγκυριακές πολιτικές διαμάχες συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες, αλλά δεν συνθέτουν τη συνολική εικόνα.

Η παρουσίαση της λευκής υπεροχής από την BRRN είναι λογική (αν και αμερικανοκεντρική), αλλά υπονομεύεται από τη δική της αμφίθυμη προσήλωση στη διαθεματική ανάλυση. Προσφέρει μια ερμηνεία που αντλεί ξεκάθαρα απόψεις από μαρξιστές θεωρητικούς όπως οι Noel Ignatiev και Theodore W. Allen, σύμφωνα με τις οποίες το φυλετικό σύστημα αναπτύχθηκε συνειδητά από την ανερχόμενη καπιταλιστική τάξη ώστε να υπονομεύσει τη δυνατότητα διαφυλετικής ταξικής αλληλεγγύης (και διατηρήθηκε για τον ίδιο λόγο), δημιουργώντας έναν κοινωνικό καταμερισμό εργασίας πιο εφιαλτικό από εκείνον που εμφανίστηκε αλλού.

Στη συνέχεια, όμως, σχεδόν αναιρώντας τον εαυτό της, η BRRN προειδοποιεί απέναντι στο φάντασμα ενός ταξικού αναγωγισμού που «εστιάζει αποκλειστικά στην τάξη ως τόπο κυριαρχίας» (σελ. 22). Αντί να υποστηρίξει ξεκάθαρα ότι ο καπιταλισμός αποτελεί την κινητήρια δύναμη της λευκής υπεροχής, περιορίζεται να δηλώσει ότι «η φυλή, η τάξη και άλλες μορφές κυριαρχίας στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέονται εγγενώς μεταξύ τους, επηρεάζοντας διαφορετικές ομάδες ανθρώπων με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο» (σελ. 22–23). Μεταβαίνει από μια καλή και συγκεκριμένη ανάλυση σε κοινότοπες γενικότητες, για λόγους που παραμένουν εντελώς ασαφείς. (8)

Είναι αδύνατο να ανακαλύψει κανείς το μυστικό της κατάργησης της λευκής υπεροχής χωρίς να εξετάσει την ταξική της προέλευση ή τη ταξική της βάση. Το να λέμε απλώς ότι η φυλή, η τάξη και το φύλο αλληλεπιδρούν προσφέρει ελάχιστα. Είναι σαν να προσπαθεί κανείς να απαντήσει στο ερώτημα αν η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο λέγοντας ότι η Γη και ο Ήλιος αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Εδώ είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η λευκή υπεροχή δεν εξαρτάται απλώς από την περιθωριοποίηση των μη λευκών, αλλά και από την περιθωριοποίηση ενός μεγάλου αριθμού λευκών. (9) Ο Noel Ignatiev, παρά τη συνθηματολογία του περί «κατάργησης της λευκής φυλής», το επισήμαινε διαρκώς αυτό: η απελευθέρωση των λευκών εργατών μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον οι ίδιοι συνειδητοποιούσαν ότι το ταξικό τους συμφέρον βρισκόταν στην κατάργηση της λευκής υπεροχής (και του καπιταλισμού). Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε λίγο πριν τον θάνατό του, υποστήριξε ότι η αστυνομία σκοτώνει φτωχούς λευκούς, φτωχούς μαύρους και φτωχούς Λατίνους, με αξιοσημείωτα παρόμοια ποσοστά. Όμως, ενώ η αφροαμερικανική κοινότητα είναι πρόθυμη και ικανή να αμφισβητήσει μαζικά την αστυνομική βία, οι λευκοί παραμένουν σιωπηλοί σαν ποντίκια, δεμένοι μέσω της λευκής υπεροχής με μια σχεδόν λατρευτική στάση απέναντι στους αστυνομικούς που τους σκοτώνουν.

Χωρίς αμφιβολία, οι αναρχικοί οφείλουν να εμπλέκονται στους κοινωνικούς αγώνες γύρω από τη φυλή (καθώς και το φύλο, τη σεξουαλικότητα κ.ο.κ.) και, σε πολιτικό επίπεδο, να επιδιώκουν να διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο μέσα σε αυτά τα κινήματα. Πολλές από τις ανησυχίες της Black Rose εδώ είναι πρακτικές και συνδέονται με τη δική της ακτιβιστική εμπειρία. Πρόκειται για έναν γενικό προσανατολισμό που συμμεριζόμαστε. Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να συμμετέχουμε σε κινήματα που δεν σχετίζονται άμεσα με τον χώρο εργασίας, αλλά με ποιον τρόπο πρέπει να το κάνουμε.

Μαζικές οργανώσεις

Η σύγχυση γύρω από τις «κατηγορίες κυριαρχίας» φτάνει στο αποκορύφωμά της στην ενότητα για τη γενική στρατηγική. Η BRRN ακολουθεί τη συγκεχυμένη (και συγχυτική!) ανάλυση που προέρχεται από την παράδοση του especifismo και προτείνει έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις «πολιτικές» και τις «μαζικές» οργανώσεις. Αυτή ακριβώς η διάκριση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της στρατηγικής της. Οι μαζικές οργανώσεις δεν έχουν συγκεκριμένη ταξική βάση, αρκεί να είναι: α) μεγάλες και ευρείες, β) κατά κάποιον τρόπο αντιτιθέμενες στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και γ) ταυτισμένες με κάποια «κυριαρχούμενη ομάδα». Σε αυτές μπορούν να περιλαμβάνονται τα συνδικάτα, αλλά και ενώσεις ενοικιαστών, ομάδες ΛΟΑΤΚΙ ακτιβισμού, φοιτητικές συλλογικότητες κ.ο.κ.

Οι μαζικές οργανώσεις περιλαμβάνουν τους λεγόμενους «δρώντες του αγώνα» (actors of struggle): στα συνδικάτα είναι οι εργάτες, στις ενώσεις ενοικιαστών οι ενοικιαστές κ.λπ. Αυτοί οι δρώντες δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους «τομείς» (sectors): το συνδικάτο στον χώρο εργασίας, η ένωση ενοικιαστών σε μια πολυκατοικία κ.ο.κ. (σελ. 41). Για άλλη μια φορά, η BRRN επικαλείται το σκιάχτρο της εξέτασης των πραγμάτων «μεμονωμένα» και, κάνοντάς το αυτό, καταφεύγει ξανά σε αόριστες διατυπώσεις περί αλληλεξάρτησης των πάντων. (10)

Μία από τις σημαντικότερες συνειδητοποιήσεις που είχαμε στη Black Flag (σ.τ.μ.: προγενέστερη αναρχική ομάδα στο Σίδνεϊ) ήταν η σημασία του να αντιμετωπίζουμε κατηγορίες που εκ πρώτης όψεως φαίνονται άσχετες με την τάξη -όπως οι φοιτητές, οι ενοικιαστές ή τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα- ως κατηγορίες που στην πραγματικότητα είναι αδιαχώριστες από αυτήν. Μέσα από την ενασχόλησή μας με τη φοιτητική πολιτική, διαπιστώσαμε στην πράξη ότι η ανάδειξη των φοιτητών ως κύριου φορέα αλλαγής οδηγεί, στη χειρότερη περίπτωση, σε μια αντιδραστική πολιτική και, στην καλύτερη, σε μια αναποτελεσματική πολιτική. Αντίθετα, είχαμε πρακτικές επιτυχίες όταν πλαισιώσαμε εκ νέου τις παρεμβάσεις μας γύρω από τους φοιτητές της εργατικής τάξης -δηλαδή την πλειονότητά τους- οι οποίοι είτε εργάζονται για να χρηματοδοτήσουν τις σπουδές τους είτε βρίσκονται στη διαδικασία ένταξης στην αγορά εργασίας.

Το ίδιο ισχύει και για τους ενοικιαστές, ένα ζήτημα που, απ’ όσο γνωρίζω, αποτελεί σημαντική εστίαση της BRRN. Είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς τους «ενοικιαστές» ως τον θεμελιώδη «δρώντα» (με την ορολογία του especifismo (11)), όταν στην πραγματικότητα η πλειονότητα όσων συμμετέχουν στον συνδικαλισμό των ενοικιαστών δεν κινητοποιείται πρωτίστως ως ενοικιαστές αφηρημένα, αλλά ως εργάτες. Τα προβλήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται οι ενώσεις ενοικιαστών είναι σχεδόν πάντοτε προβλήματα της εργατικής τάξης. Οι μη προλετάριοι που νοικιάζουν κατοικίες, όπως μικροεπιχειρηματίες, μεσαία στελέχη, γιατροί ή διευθυντές, δεν είναι προφανώς οι ενοικιαστές που μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα πολιτικά, ακόμη κι αν έχουν έναν απαίσιο ιδιοκτήτη. Στην Black Flag προσπαθήσαμε να αναδείξουμε αυτή την οπτική στο άρθρο μας για τη στέγαση, ιδιαίτερα στο καταληκτικό του μέρος και, συγκεκριμένα, τη σημασία του να βλέπουμε το πρόβλημα των υψηλών ενοικίων (όπως και των ακριβών τροφίμων, φαρμάκων κ.λπ.) ως συγκαλυμμένη έκφραση του προβλήματος των χαμηλών μισθών.

Υπάρχει μάλιστα ένα σαφές ιστορικό παράδειγμα. Πρόκειται για την απεργία ενοικίου στη Βαρκελώνη το 1930–31, υπό την ηγεσία της CNT. Με εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν έχει μελετηθεί περισσότερο από τους αναρχικούς που δραστηριοποιούνται στο κίνημα των ενοικιαστών. Τουλάχιστον εγώ δεν τη βλέπω να αναφέρεται συχνά στις σχετικές εκδόσεις. Η απεργία περιλάμβανε περίπου 100.000 εργάτες που αρνήθηκαν να πληρώσουν ενοίκιο, διεκδικώντας μείωση κατά 40%. (12) Αν και τελικά δεν πέτυχε τον στόχο της, αποτέλεσε μια καθοριστική στιγμή στην ιστορία της εργατικής τάξης της Βαρκελώνης και συνέβαλε στις εξελίξεις που οδήγησαν στην επανάσταση αργότερα μέσα στη δεκαετία.

Το πιο σημαντικό εδώ, όμως, είναι ότι η απεργία δεν οργανώθηκε με τους ενοικιαστές ως βασικό «δρώντα»! Οργανώθηκε με τους εργάτες ως βασικόδρώντα, μέσω ενός ρητά εργατικού φορέα. Η ενιαία απεργία προέκυψε από μια σειρά μικρότερων κινητοποιήσεων, με πρωτοβουλία του Συνδικάτου Οικοδόμων της CNT Βαρκελώνης, ο οποίος συγκρότησε μια «Επιτροπή Οικονομικής Άμυνας» (Comisión de Defensa Económica) για να μελετήσει συνολικά την οικονομική ζωή των εργατών της πόλης (και όχι μόνο την κατάσταση των ενοικιαστών ειδικά). Αυτή η επιτροπή, καθοδηγούμενη από αγωνιστές της CNT, ήταν εκείνη που καθόρισε το αίτημα για μείωση των ενοικίων κατά 40%, καθώς και το αίτημα για πλήρη απαλλαγή των ανέργων από την καταβολή ενοικίου. Οι αγωνιστές της CNT ήταν επίσης εκείνοι που διέδωσαν και οργάνωσαν πρακτικά την απεργία.

Οι οργανωτές της απεργίας δεν επιχείρησαν να την παρουσιάσουν ως έναν γενικευμένο αγώνα των ενοικιαστών. Αντίθετα, επρόκειτο για μια εξέγερση εργατών υπό την ηγεσία της CNT, και αυτό το γνώριζαν εξαρχής. Πράγματι, υποστήριζαν ενεργά ότι η μείωση των ενοικίων έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο σε όσους πλήρωναν λιγότερες από 100 πεσέτες τον μήνα, δηλαδή στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Επιπλέον, στρέφονταν πολιτικά εναντίον των καταστηματαρχών και άλλων μικροεπιχειρηματιών, τους οποίους κατηγορούσαν για τη νοθεία των τροφίμων και την αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών. Σε πολλές περιπτώσεις, ο αγώνας για τα ενοίκια χρησιμοποιήθηκε ως αφετηρία για την προβολή ευρύτερων εργατικών διεκδικήσεων, όπως η δωρεάν δημόσια συγκοινωνία για τους ανέργους ή ακόμη και το κλείσιμο μιας συγκεκριμένης εκκλησίας. (13)

Είναι αλήθεια ότι μια ανάλυση βασισμένη στο «σύστημα κυριαρχίας» θα μπορούσε να ερμηνεύσει όλα αυτά ως απόδειξη ότι «τα πάντα είναι αλληλένδετα» και ότι ο αγώνας των ενοικιαστών «αλληλεπιδρά» με τον εργατικό αγώνα, τον αγώνα των ανέργων, τον αγώνα ενάντια στη θρησκεία κ.ο.κ. Όμως το ουσιαστικό δεν είναι απλώς ότι τα πράγματα αλληλεπιδρούν γενικά, αυτό από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Το καθοριστικό είναι ότι αλληλεπιδρούν ως πλευρές μιας εξέγερσης της εργατικής τάξης και ότι οι επιμέρους αγώνες τους αποκτούν νόημα μόνο υπό αυτό το πρίσμα.

Μέτωπο ποιανού;

Η έννοια του «Μετώπου των Κυριαρχούμενων Τάξεων» (Front of Dominated Classes, σελ. 47) αποτελεί τον ενδιάμεσο στόχο της στρατηγικής του especifismo και απορρέει από τη θεωρία που αναφέρθηκε προηγουμένως. Το Μέτωπο αντιπροσωπεύει τη συνένωση πολλών διαφορετικών κοινωνικών αγώνων σε ένα ευρύ κίνημα, το οποίο θα επιτρέπει στους ποικίλους κοινωνικούς «δρώντες» να εκπροσωπούνται σε ένα ενιαίο και ριζοσπαστικοποιημένο σύνολο.

Αυτό είναι ίσως το στοιχείο του especifismo που είχε τη θετικότερη επίδραση στις δικές μας οργανώσεις. Τουλάχιστον για εμάς στο Σίδνεϊ, η συζήτηση αυτής της έννοιας στις πρώτες ομάδες μελέτης μας βοήθησε να παγιώσουμε συμπεράσματα που είχαμε ήδη διαμορφώσει μέσα από χρόνια συμμετοχής στον ακτιβισμό. Είχαμε διαπιστώσει με ιδιαίτερη οξύτητα πώς τα κοινωνικά κινήματα αποδυναμώνονταν όταν εξαναγκάζονταν να λειτουργούν απομονωμένα το ένα από το άλλο, εξαιτίας μιας εμμονής με μονοθεματικούς αγώνες. Η δυνατότητα των κοινωνικών κινημάτων να ριζοσπαστικοποιούν τους ανθρώπους σπαταλιόταν.

Δεν είναι, λοιπόν, ότι η ιδέα ενός «Μετώπου των Κυριαρχούμενων Τάξεων» στερείται εντελώς αξίας. Είναι χρήσιμη, τουλάχιστον στον βαθμό που συμβάλλει στη χάραξη μιας γενικής στρατηγικής κατεύθυνσης για μια οργάνωση. Αντανακλά αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε ως αγωνιστές και μας ενθαρρύνει να αναζητούμε τους δεσμούς ανάμεσα σε φαινομενικά διαφορετικούς κοινωνικούς αγώνες. Αυτό είναι αναμφίβολα παραγωγικό και αποτέλεσε μέρος της γοητείας που άσκησε το especifismo σε ορισμένους από εμάς.

Ωστόσο, ως πραγματικά επαναστατική στρατηγική, δεν είναι σαφές τι ακριβώς προσφέρει. Η Black Rose αναγνωρίζει ότι «η οργανωμένη εργατική τάξη παραμένει κρίσιμο συστατικό αυτού του μετώπου» (σελ. 47), αλλά δεν φαίνεται να εξάγει τα αναγκαία συμπεράσματα από αυτή τη διαπίστωση. Αντίθετα, υιοθετεί μια γενικευμένη αντίληψη της λαϊκής εξουσίας, βασισμένη στην έννοια των «κυριαρχούμενων τάξεων». Η σύνδεση ανάμεσα στην ανάπτυξη του Μετώπου και σε μια ρήξη με τον καπιταλισμό δεν καθίσταται σαφής. Είναι σαν να λείπει ένα ενδιάμεσο βήμα στην όλη συλλογιστική.

Ακόμη και η ίδια η περιγραφή του Μετώπου μοιάζει να χάνει τη συνοχή της αν δεν τοποθετήσει κανείς τους εργάτες στο κέντρο. Τα παραδείγματα που παραθέτει για «το πλήρες φάσμα των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων που αγωνίζονται ενάντια στο σύστημα κυριαρχίας» μοιάζουν στην πραγματικότητα να αποτελούν τμήματα της εργατικής τάξης (σελ. 47). Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς, για παράδειγμα, τις εκατοντάδες χιλιάδες παράτυπες μετανάστριες και μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες; Πρόκειται για μια κοινωνική κατηγορία που είναι γνωστό ότι συγκροτεί ένα από τα πιο σκληρά εκμεταλλευόμενα στρώματα της εργατικής τάξης στη χώρα.

Οι αγώνες των μεταναστών, των γυναικών ενάντια στην ενδοοικογενειακή βία κ.ο.κ. αποκτούν το πλήρες νόημά τους μόνο όταν διαθέτουν εργατική ταξική βάση και όταν αναδεικνύεται η σύνδεση ανάμεσα σε αυτά τα προβλήματα και το θεμελιώδες πρόβλημα που βρίσκεται στη ρίζα τους - τον καπιταλισμό. Κατά συνέπεια, ενώ πάντοτε υποστηρίζουμε την ενότητα ανάμεσα σε ανθρώπους που συμμετέχουν σε φαινομενικά διαφορετικούς αγώνες, το κάνουμε γνωρίζοντας ότι πίσω από όλους αυτούς υπάρχει ένα κοινό θεμέλιο.

Η ανεπάρκεια της ταξικής τους ανάλυσης οδηγεί σε επιχειρήματα που διατυπώνονται σχεδόν στο κενό. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη συζήτηση για την υπεράσπιση της επανάστασης. Οι συζητήσεις γύρω από την πολιτική βία είναι πάντοτε περιορισμένες, καθώς αναγκαστικά κινούνται σε ένα επίπεδο γενικοτήτων και υποθετικών σεναρίων. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο παρερμηνειών. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ειπωθεί ότι τα παραδείγματα «αμυντικών σχηματισμών» που παρατίθενται στη σελίδα 31 υποδηλώνουν μια ασαφή αντίληψη για τη βία και τη σχέση της με την ταξική πάλη.

Τι ακριβώς συνδέει την Επαναστατική Εξεγερσιακή Στρατιά της Ουκρανίας (RIAU) - (Σ.τ.μ.: ο μαχνοβίτικος στρατός) και τις πολιτοφυλακές της CNT με τους Ζαπατίστας στην Τσιάπας και τις YPG στη Συρία; Ό,τι και αν είναι αυτό, δεν πρόκειται για τη «λαϊκή αυτοάμυνα» ούτε για τη λογοδοσία απέναντι σε «εργατικά συμβούλια και κοινοτικές συνελεύσεις». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των YPG, οι οποίες αποτελούν ουσιαστικά έναν συμβατικό στρατό, πολιτικά συνδεδεμένο με το ιμπεριαλιστικό σύστημα μέσω των συμμαχιών που συνάπτει η ηγεσία του με μεγάλες δυνάμεις. Δεν είναι οργανωμένος με ελευθεριακό ή αντικαπιταλιστικό τρόπο. Η πολιτική κοινωνία που εκπροσωπεί βασίζεται σε ένα κοινοβούλιο, το Συριακό Δημοκρατικό Συμβούλιο (Syrian Democratic Council) και σε ένα σύνταγμα που προστατεύει την ιδιωτική ιδιοκτησία και απαγορεύει την απαλλοτρίωσή της. (14)

Ούτε η βία θα εμφανιστεί αποκλειστικά με αμυντική μορφή, όπως δείχνει η ιστορία. Οι πολιτοφυλακές της CNT δεν γεννήθηκαν εκ του μηδενός τη στιγμή που έφτασαν τα νέα για το πραξικόπημα του Φράνκο. Το έργο του ιστορικού Agustín Guillamón σχετικά με τις Επιτροπές Άμυνας (15) δείχνει ξεκάθαρα ότι η βία όχι μόνο είχε μακρά ιστορία μέσα στην ισπανική ταξική πάλη, αλλά οργανωνόταν και προετοιμαζόταν συστηματικά από ομάδες δράσης και, αργότερα, από τις ίδιες τις Επιτροπές καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Αυτές οι μικρές ομάδες αγωνιστών της CNT δεν ενεργούσαν μόνο αμυντικά, λειτουργούσαν ακόμα και ως η παράνομη στρατιωτική δύναμη της CNT και προετοίμαζαν ενεργητικά το έδαφος που επέτρεψε την ήττα των φασιστών και την επιβολή της ταξικής εξουσίας στην Καταλονία το 1936.

Αλλά αυτά συνέβαιναν τη δεκαετία του 1930. Το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό στη δεκαετία του 2020 και μετά, όταν η ανισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στους επαγγελματικούς στρατούς του καπιταλιστικού κράτους και στην εργατική τάξη έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα. Δύσκολα μπορεί κανείς να ελπίζει σε μαζικές λιποταξίες ή ανταρσίες στρατιωτών στην Αυστραλία (για παράδειγμα), όταν ο στρατός είναι τόσο μικρός και τα μέλη του τόσο αποκομμένα από την εργατική τάξη.

Η «θερμή περίοδος» της δεκαετίας του 1960 και του 1970 προσφέρει ορισμένες ενδείξεις για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει η πολιτική βία της εργατικής τάξης στον αναπτυγμένο κόσμο. Θα άξιζε, για παράδειγμα, να μελετηθεί η εμπειρία ιταλικών οργανώσεων όπως η Prima Linea και η Senza Tregua, καθώς και η σύνδεσή τους με ταξικές οργανώσεις όπως η Επιτροπή Εργαζομένων της Magneti Marelli. (16) Αν και το ερώτημα του τι θα συνιστούσε μια επιτυχημένη στρατιωτική στρατηγική παραμένει ανοιχτό, γνωρίζουμε αρκετά ώστε να κατανοούμε ότι αυτή μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσα από την ίδια την τάξη.

«Ο άμεσος αγώνας των εργαζόμενων ανθρώπων ενάντια στο κεφάλαιο…»

Είναι πιθανό κάποιοι να θεωρήσουν ότι είμαι υπερβολικά αυστηρός, αλλά πραγματικά δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Η Black Rose είναι οι πιο στενοί σύντροφοι που έχουν οι Αυστραλοί αναρχικοί κομμουνιστές σε διεθνές επίπεδο και, όπως ήδη έγινε σαφές, υπήρξε η σημαντικότερη εξωτερική οργανωτική επιρροή πάνω μας. Είναι θετικό ότι έγραψαν και δημοσίευσαν αυτό το πρόγραμμα. Το αναρχικό κίνημα χρειάζεται περισσότερες συζητήσεις αυτού του είδους. Ωστόσο, οι αδυναμίες του «Turning the Tide» είναι σε μεγάλο βαθμό οι αδυναμίες ενός σημαντικού τμήματος του ευρύτερου κινήματος του especifismo, και η έλλειψη εσωτερικής κριτικής εμποδίζει την ανάπτυξη του κινήματός μας.

Αν και δεν θεωρώ ιδιαίτερα παραγωγικό να αντιπαραθέτει κανείς τον πλατφορμισμό στο especifismo, το αρχικό σχέδιο της Πλατφόρμας περιέχει μια πολύ πιο αυστηρή και ουσιαστική ανάλυση της ταξικής κοινωνίας από οποιοδήποτε κείμενο του especifismo έχω διαβάσει. Η γενική ενότητα της Πλατφόρμας διατυπώνει εύστοχα το σημείο εκκίνησης: «Οι κύριες δυνάμεις της κοινωνικής επανάστασης είναι η εργατική τάξη των πόλεων, η αγροτιά και, εν μέρει, η εργαζόμενη διανόηση».

Μια σύγχρονη εφαρμογή της Πλατφόρμας θα υποβάθμιζε αναμφίβολα τον ρόλο της αγροτιάς, η οποία στις περισσότερες περιοχές του κόσμου δεν υφίσταται πλέον ως σαφώς ορισμένη κοινωνική τάξη. Ο κοινωνικός ρόλος που διαδραμάτιζε η αγροτιά ως φορέας της επανάστασης στην ύπαιθρο και στη γεωργία έχει σε μεγάλο βαθμό μεταβιβαστεί στην επισφαλή και μετακινούμενη αγροτική εργατική τάξη.

Η εργαζόμενη διανόηση έχει επίσης υποστεί σημαντικές μεταβολές. Η περίοδος ευημερίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνοδεύτηκε από την άνοδο της διανόησης τόσο στο κράτος όσο και στη σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή, η οποία ανέπτυξε έναν καταμερισμό εργασίας που απαιτούσε την απασχόληση τεράστιου αριθμού εξειδικευμένων ειδικών και γραφειοκρατών. Ο τομέας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης γνώρισε μια κρατικά υποστηριζόμενη άνθηση, με σκοπό την παραγωγή των αναγκαίων ειδικών και διοικητικών στελεχών. Μεγάλος αριθμός ριζοσπαστών των δεκαετιών του 1960 και του 1970 απορροφήθηκε από το σύστημα μέσω ακαδημαϊκών θέσεων, οι οποίες τους επέτρεπαν να διεξάγουν έρευνα με ριζοσπαστικά θέματα ενώ ζούσαν μέσα στη σχετικά προστατευμένη και ημι-ιδιωτική σφαίρα του πανεπιστημίου.

Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η θέση αυτής της κοινωνικής κατηγορίας έχει επιδεινωθεί. Η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει στραφεί πιο ανοιχτά προς ένα κερδοσκοπικό μοντέλο λειτουργίας, γεγονός που στέρησε από τους πανεπιστημιακούς πολλά από τα προνόμια που απολάμβαναν στο παρελθόν και μετέτρεψε περισσότερους από αυτούς σε άμεσους μισθωτούς εργαζόμενους. Τα πανεπιστήμια εξαρτώνται πλέον οικονομικά από την απασχόληση διδασκόντων και λεκτόρων με επισφαλείς και προσωρινές συμβάσεις. Τμήματα που θεωρούνται «μη κερδοφόρα», όπως η Ιστορία ή η Φιλοσοφία, κλείνουν τακτικά, ενώ εταιρείες εξόρυξης, φαρμακευτικές και βιομηχανίες όπλων αυξάνουν τη χρηματοδότηση των τμημάτων που επιθυμούν να ενισχυθούν.

Εκτός πανεπιστημίων, όλο και μεγαλύτερα τμήματα της μεσαίας τάξης προλεταριοποιούνται μέσω της μείωσης των μισθών και των εργασιακών όρων, καθώς και μέσω μεταβολών στην ίδια την εργασιακή διαδικασία. Επαγγέλματα που κάποτε απολάμβαναν υψηλό κύρος υφίστανται αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «αποεπαγγελματοποίηση» (de-professionalisation), κατά την οποία καθήκοντα που παλαιότερα ανήκαν σε κοινωνικούς λειτουργούς, γιατρούς κ.ά. ανατίθενται πλέον σε φθηνότερους βοηθητικούς εργαζομένους ή βοηθούς ιατρών αντίστοιχα.

Η υπερπροσφορά αποφοίτων σε ορισμένους τομείς (όπως οι ανθρωπιστικές επιστήμες) έχει δημιουργήσει έναν μεγάλο αριθμό μορφωμένων ανθρώπων με φθίνουσα κοινωνική κινητικότητα και βαρύ χρέος, οι οποίοι αναγκάζονται να εργάζονται σε χαμηλόμισθες θέσεις απλώς για να καλύψουν τα έξοδά τους. Διαθέτουν επαναστατική δυναμική; Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της Αριστεράς ανήκει σε αυτή την κατηγορία λέει κάτι, τόσο θετικό όσο και αρνητικό. Πάνω απ’ όλα, όμως, η δυναμική τους εξαρτάται από τη δυναμική της εργατικής τάξης συνολικά.

Δεν πρέπει να διστάζουμε να περιγράφουμε την εργατική τάξη ως την κύρια επαναστατική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα απ’ ό,τι όταν ο Μαχνό και οι σύντροφοί του έγραφαν την Πλατφόρμα. Όχι μόνο η εργατική τάξη έχει αυξηθεί ως ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά έχει επίσης αυξήσει τη δυνητική της ισχύ και τη διεθνή της εμβέλεια. Η μεταφορά μεγάλου μέρους της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος της ταξικής ισχύος βρίσκεται πλέον σε χώρες με ασταθή κρατικά συστήματα, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες μιας επαναστατικής ρήξης.

Αν και η αυτοματοποίηση έχει μειώσει τη δύναμη των εργαζομένων στη βιομηχανική παραγωγή, παρατηρείται ταυτόχρονα άνοδος της σημασίας άλλων κλάδων, όπως οι μεταφορές και η εφοδιαστική αλυσίδα (logistics), οι υπηρεσίες και η φροντίδα. Η ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού στον τομέα της φροντίδας, ειδικότερα, έχει δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική εργατική τάξη, η οποία όχι μόνο είναι πρόθυμη να αγωνιστεί μαζικά για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας, αλλά είναι επίσης αποφασισμένη να αμφισβητήσει την υποδεέστερη θέση που συνεπάγεται η ύπαρξή της ως «θηλυκοποιημένου» εργατικού δυναμικού - μαζί με άλλους θηλυκοποιημένους κλάδους, όπως οι εκπαιδευτικοί και, ολοένα περισσότερο, οι εργαζόμενοι στο σεξ.

Ακριβώς πάνω σε αυτή τη βάση μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και να αντιμετωπίσουμε μορφές καταπίεσης που συνήθως δεν θεωρούνται άμεσα εργατικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός, ο περιβαλλοντισμός και η απελευθέρωση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Δεν ισχύει ότι η απόρριψη μιας ανάλυσης κυρίαρχων/κυριαρχούμενων ή μιας διαθεματικής προσέγγισης σημαίνει ότι παραμερίζουμε αυτούς τους αγώνες. Αντίθετα, εξετάζοντάς τους μέσα από τη σχέση τους με την εργατική τάξη, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία τους, μπορούμε να αρχίσουμε να κατανοούμε πώς αυτή η τάξη είναι σε θέση να αξιοποιήσει την κοινωνική της δύναμη για να πολεμήσει τον σεξισμό, τον ρατσισμό και όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που συχνά αντιμετωπίζονται ως εννοιολογικά ξεχωριστά.

Πολλά από όσα υποστηρίζω εδώ είναι αναγκαστικά υποθετικά και απομακρύνονται αρκετά από την Πλατφόρμα, την οποία χρησιμοποίησα ως αφετηρία. Ωστόσο, αυτό που προσπαθώ να αναδείξω είναι το θεμελιώδες πρόβλημα της θεωρητικής οπτικής της Black Rose: εστιάζοντας στην εξουσία και την κυριαρχία ως πρωτεύον ζήτημα, παραβλέπει την πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης υπό τον καπιταλισμό και τον τρόπο με τον οποίο αυτή γεννά -αργά ή γρήγορα- επαναστατικές εναλλακτικές δυνατότητες.

Η κοινωνική δύναμη της εργατικής τάξης δεν εξετάζεται παρά μόνο με πολύ γενικό τρόπο (οι εργάτες απεργούν, καλό. Είναι ανοργάνωτοι και εξακολουθούν να ακολουθούν τους ρεφορμιστές, κακό). Η Πλατφόρμα, περισσότερο από τα περισσότερα κείμενα του especifismo, υπερβαίνει αυτή την επιφανειακή προσέγγιση.

Ίσως το σημαντικότερο απόσπασμα της Πλατφόρμας να είναι το ακόλουθο: «Ο αναρχισμός αναπτύχθηκε όχι μέσα από τις αφηρημένες συλλογιστικές κάποιου επιστήμονα ή φιλοσόφου, αλλά μέσα από τον άμεσο αγώνα που διεξήγαν οι εργαζόμενοι άνθρωποι ενάντια στο κεφάλαιο, μέσα από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους, μέσα από την ψυχολογία τους, μέσα από την επιθυμία τους για ελευθερία και ισότητα - επιθυμίες που γίνονται ιδιαίτερα έντονες στις πιο ηρωικές στιγμές της ζωής και του αγώνα των εργαζόμενων μαζών», (17)

Η απομάκρυνση της τάσης του especifismo από την ταξική ανάλυση δεν αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό λάθος. Στην πραγματικότητα, την αποκόπτει από την κατανόηση του μοναδικού πράγματος που θα μπορούσε να πραγματώσει τον αναρχισμό.

Παράρτημα – 20/1/25

Όπως ανέφερα νωρίτερα, είναι θετικό ότι διεξάγονται συζητήσεις γύρω από αυτό το κείμενο. Η εξαφάνιση του Anarkismo είχε ως αποτέλεσμα οι αναρχικοί κομμουνιστές να μη διαθέτουν πλέον κάποιο «επίσημο» δημόσιο περιοδικό μέσα από το οποίο να μπορούν να συζητούν τέτοια ζητήματα. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι συζητήσεις δεν γίνονται καθόλου, αλλά σημαίνει ότι διεξάγονται σε συνομιλίες του Facebook Messenger, σε διακομιστές Discord, ανάμεσα σε ιδιώτες και μικρές ομάδες.

Από όσο καταλαβαίνω, η Black Rose έχει συνειδητά επιλέξει να μην δίνει προτεραιότητα στην τακτική έκδοση γραπτών δημοσιεύσεων, είτε με τη μορφή μιας αγκιτατόρικης, μαζικού προσανατολισμού εφημερίδας είτε με τη μορφή ενός εντύπου προορισμένου κυρίως για συζήτηση μεταξύ αναρχικών και ευρύτερα της Αριστεράς. Θεμιτό… Μπορεί να διαφωνώ με αυτή την επιλογή, όμως είναι απολύτως προφανές ότι η Black Rose διαθέτει έναν σημαντικό αριθμό αγωνιστών και υποστηρικτών που όχι μόνο γράφουν πολύ καλά, αλλά διαθέτουν και ουσιαστική εμπειρία στην πρακτική πολιτική δράση.

Οι αναρχικοί -και ιδιαίτερα όσοι υποστηρίζουν τις οργανωτικές μορφές του αναρχισμού- βρίσκονται σήμερα σε ασθενέστερη θεωρητική θέση σε σύγκριση με άλλες τάσεις της Αριστεράς. Πολλοί άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί, αλλά ένα μεγάλο μέρος τους έχει μια εξαιρετικά ασαφή και ανώριμη αντίληψη για το τι είναι ο αναρχισμός, διαμορφωμένη από χαμηλής ποιότητας διαδικτυακές πηγές και από τις παρανοήσεις που αναπαράγουν τα αστικά μέσα ενημέρωσης.

Την τελευταία δεκαετία έχουν εμφανιστεί αρκετές σοβαρές και εις βάθος αριστερές εκδόσεις, αλλά ελάχιστες προέρχονται από τη δική μας ευρύτερη πολιτική παράδοση. Μαρξιστικά έντυπα όπως η «Left Voice» και το «Cosmonaut» συμβάλλουν ουσιαστικά στην κάλυψη της ανάγκης για γραπτή παρέμβαση στις σύγχρονες θεωρητικές και πολιτικές συζητήσεις, το κάνουν όμως από μια οπτική επιβαρυμένη από τις δικές τους αυτοκατασκευασμένες ορθοδοξίες.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ελπίζω αυτή η συζήτηση να είναι η πρώτη από πολλές ακόμη και οι οργανώσεις μας να αποκτήσουν τη συνήθεια να αναπτύσσουν αυτές τις αντιπαραθέσεις και ανταλλαγές απόψεων μέσα από τον γραπτό λόγο. Ίσως έτσι μπορέσει να αναδυθεί κάτι καλύτερο που θα καλύψει το κενό που άφησε το Anarkismo.

Σημειώσεις

  1. Σε αντίθεση με άλλους αναρχικούς που αντιμετωπίζουν την εξουσία αποκλειστικά αρνητικά ή τη θεωρούν συνώνυμη της πολιτικής εξουσίας (με την έννοια της κρατικής διακυβέρνησης).

  2. Αυτό ίσως συνδέεται με τη γενικότερη παραμέληση, από σχεδόν όλους τους σύγχρονους αναρχικούς, και όχι μόνο εκείνους της οργανωτικής παράδοσης, της θεωρητικής προοπτικής της Πλατφόρμας, όπως εκφράζεται στο Γενικό Μέρος του κειμένου. Για παράδειγμα, δεν έχω δει καμία σύγχρονη οργάνωση να σχολιάζει τη θέση της Πλατφόρμας ότι ο αναρχισμός αποτελεί «άρνηση της δημοκρατίας». Αυτή η θέση βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με τη σημερινή κυρίαρχη άποψη ότι ο αναρχισμός είναι μια πιο ριζοσπαστική μορφή δημοκρατίας ή ότι η «άμεση δημοκρατία» πρέπει να αποτελεί μέρος του προγράμματός μας.

  3. Η απάντηση των συνθετιστών (με επικεφαλής τον Volin) ήταν κάπως διαφορετική. Δεν απέρριπταν συνολικά την έμφαση στην ταξική πάλη, αλλά απέρριπταν την ιδέα ότι μια ανάλυση βασισμένη στην ταξική πάλη θα μπορούσε να αποτελεί δογματική αρχή μιας αναρχικής οργάνωσης. Θεωρούσαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολικά δογματικό και ανεπαρκές απέναντι στις προκλήσεις του σύγχρονου αναρχισμού. Αντίθετα, υποστήριζαν ότι χρειαζόταν μια σύνθεση αυτής της ιδέας -τόσο σε οργανωτικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο- με άλλες αντιλήψεις, όπως η ιδέα ότι ο αναρχισμός αποτελεί ανθρώπινο (και όχι ταξικό) ιδανικό ή η ατομικιστική άποψη ότι ο αναρχισμός εκφράζει αποκλειστικά ατομικές ανησυχίες. http://www.nestormakhno.info/english/volrep.htm

  4. Το σχετικό κείμενο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο Nestor Makhno http://www.nestormakhno.info/english/fabbri.htm

  5. Βλέπε τα πρακτικά του συνεδρίου του Άμστερνταμ του 1907, που αξίζει να διαβαστούν στο σύνολό τους https://www.fdca.it/fdcaen/historical/amsterdam07/5.htm

  6. Από το κείμενο «A Project of Anarchist Organisation» http://www.nestormakhno.info/english/mal_rep1.htm

7 Βλέπε, για παράδειγμα, το έργο «Marx at the Millennium» του Cyril Smith.

  1. Παρόμοια λογική εμφανίζεται και στη συζήτηση για το φύλο και την «κοινωνική αναπαραγωγική εργασία» υπό την έννοια της ετεροπατριαρχίας (σελ. 23–24): η καταπίεση των γυναικών είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού... αλλά ταυτόχρονα διαθέτει και μια ξεχωριστή, εννοιολογικά αυτόνομη ύπαρξη από τον καπιταλισμό... ενώ παρ’ όλα αυτά βρίσκεται σε «συμβιωτική» σχέση μαζί του (καθώς και με τον ρατσισμό, την αποικιοκρατία κ.λπ.). Θέση–αντίθεση–σύνθεση; Προφανέστατο!

  2. Το βιβλίο «Masterless Men: Poor Whites and Slavery in the Antebellum South» της Keri Leigh Merritt, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο αυτή τη διαδικασία στο πλαίσιο της αμερικανικής δουλοκτητικής κοινωνίας, όπου η περιθωριοποίηση και καταστολή ενός τεράστιου πληθυσμού εξαθλιωμένων λευκών ήταν απαραίτητη για τη διατήρηση του συστήματος της δουλείας.

  3. «Κάθε [τομέας] διαμορφώνεται από το σύστημα κυριαρχίας αλλά ταυτόχρονα το διαμορφώνει… Η δυνατότητά μας να πληρώνουμε ενοίκιο, για παράδειγμα, συνδέεται με το ύψος του μισθού μας, το οποίο συχνά σχετίζεται με το επίπεδο της εκπαίδευσής μας, αλλά και με ζητήματα φυλής, φύλου, εθνικότητας και σεξουαλικότητας» (σελ. 42).

  4. Δεν γνωρίζω αν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η πλειονότητα των αγγλόφωνων αναρχικών έρχεται σε επαφή με το υλικό του especifismo μέσω μεταφράσεων, αλλά μεγάλο μέρος της ειδικής ορολογίας που χρησιμοποιείται στις εκδόσεις της Black Rose (και αλλού) μοιάζει να μιμείται τη μαρξιστική ορολογία, με τρόπο που διαφοροποιεί τις δύο θεωρίες μόνο επιφανειακά. Η έννοια του «δρώντα του αγώνα» (actor of struggle) θυμίζει έντονα αυτό που οι μαρξιστές αποκαλούν «επαναστατικό υποκείμενο», ενώ οι σημερινές συζητήσεις μας αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τις μαρξιστικές και μεταμαρξιστικές αντιπαραθέσεις γύρω από την ταυτότητα του επαναστατικού υποκειμένου στη σύγχρονη εποχή. Σε αυτή την περίπτωση, η προσπάθεια της Black Rose να χαράξει μια αυστηρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη μαρξιστική και την αναρχική ταξική ανάλυση την αποκόπτει από μεγάλο μέρος χρήσιμου θεωρητικού υλικού και αποδυναμώνει το επίπεδο του διαλόγου.

  5. Από τη σελίδα 80 του βιβλίου «Red Barcelona: Social Protest and Labour Mobilization in the Twentieth Century», σε επιμέλεια Ángel Smith.

  6. Οι πληροφορίες των δύο προηγούμενων παραγράφων προέρχονται από τις σελίδες 93–95 και 100–102 του βιβλίου «Class, Culture and Conflict in Barcelona: 1898–1937» του Chris Ealham.

  7. Βλ. το άρθρο 70 του Κοινωνικού Συμβολαίου της Autonomous Administration of North and East Syria https://rojavainformationcenter.org/2023/12/aanes-social-contract-2023-edition/

  8. Η συνέντευξη του Agustín Guillamón αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην έρευνά του, ενώ το βιβλίο του «Ready for Revolution: The CNT Defense Committees in Barcelona, 1933–1938» είναι σύντομο, ευανάγνωστο και ιδιαίτερα πειστικό https://theanarchistlibrary.org/library/agustin-guillamon-the-cnt-defense-committees-in-barcelona-1933-1938

  9. Ενδιαφέρουσες σκέψεις πάνω σε αυτό το ζήτημα έχουν δημοσιευθεί από την Angry Workers of the World https://www.angryworkers.org/2022/10/13/senza-tregua-working-class-political-committees-communist-programs-and-collective-violence-in-italy-1973-to-1976-lessons-for-today/

  10. Αν και ίσως οι πλατφορμιστές να υπερέβαλαν κάπως... Για περισσότερα σχετικά με την ανάπτυξη του αναρχισμού ως ρήξη -και όχι ως συνέχεια- της εργατικής τάσης γύρω από τον Mikhail Bakunin στην International Workingmen's Association (1864–1877), βλ. το βιβλίο Social-democracy and Anarchism in the International Workers’ Association, 1864–1877 του René Berthier https://theanarchistlibrary.org/library/rene-berthier-social-democracy-anarchism

*Το αγγλικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2025 εδώ: https://www.redblacknotes.com/2025/02/13/popular-power-or-class-power/ Ελληνική μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης.

Discussion in the ATmosphere

Loading comments...