Sara R. Farris* - Φεμοεθνικισμός και ο «τακτικός» εργατικός στρατός που ονομάζεται γυναίκες μετανάστριες
Άρθρο της Sara R. Farris στο History of the Present, Vol.2, No.2 (2012, Duke University Press).μτφρ: Ναγουάλ, 2026
Πρώτος Κόσμος αναλαμβάνει έναν ρόλο παρόμοιο με αυτόν του παραδοσιακού άνδρα στην οικογένεια - χαϊδεμένου, προνομιούχου, ανίκανου να μαγειρέψει, να καθαρίσει ή να βρει τις κάλτσες του. Οι φτωχές χώρες αναλαμβάνουν έναν ρόλο παρόμοιο με αυτόν της παραδοσιακής γυναίκας στην οικογένεια - υπομονετικής, στοργικής και γεμάτης αυταπάρνηση. Ο καταμερισμός εργασίας στον οποίο οι φεμινίστριες ασκούσαν κριτική όταν ήταν «τοπικός» έχει τώρα, μεταφορικά μιλώντας, γίνει παγκόσμιος.
Barbara Ehrenreich, Russell Arlie Hochschild, Global Woman: Nannies, Maids, and Sex Workers in the New Economy (2003)
Αυτή η περιγραφή της σχέσης μεταξύ Πρώτου Κόσμου και Παγκόσμιου Νότου με όρους από τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας εντός του νοικοκυριού, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται απλώς ως μια μεταφορά για τις σχέσεις ισχύος και την άνιση ανάπτυξη που παράγει η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει κατανοητή κυριολεκτικά: οι φτωχές χώρες παρέχουν ολοένα και περισσότερο τις νταντάδες και τις οικιακές βοηθούς που εργάζονται στις πλούσιες χώρες. Το σημερινό ποσοστό των γυναικών «στον παγκόσμιο πληθυσμό των μεταναστών», όπως υποστηρίζουν οι Andrew R. Morrison, Maurice Schiff και Mirja Sjöblom, συγγραφείς της πρώτης έκθεσης της Παγκόσμιας Τράπεζας για την παγκόσμια μετανάστευση των γυναικών, «πλησιάζει το ήμισυ».[1] Η θεαματική αύξηση αυτής της γυναικείας μεταναστευτικής ροής οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αυξανόμενη ζήτηση εργατικού δυναμικού στον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας, με την Ευρώπη να μην αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, η εικόνα του μετανάστη ως άνδρα Gastarbeiter («φιλοξενούμενου εργάτη»), η οποία κυριάρχησε κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, όταν η Ευρώπη δέχθηκε τα πρώτα σημαντικά μεταναστευτικά ρεύματα από ολόκληρο τον κόσμο, δεν έχει αντικατασταθεί από τη φιγούρα της μετανάστριας ως οικιακής βοηθού. Αντιθέτως, όταν οι γυναίκες μετανάστριες τελικά αναφέρονται, παρουσιάζονται ως καλυμμένα με μαντίλα και καταπιεσμένα Οριενταλιστικά αντικείμενα. Η δημόσια συζήτηση πάνω στον ρόλο της μετανάστευσης και τη φύση της σύγχρονης Ευρώπης ως πολυπολιτισμικού εργαστηρίου κυριαρχείται πράγματι από ένα ύπουλο είδος λόγου, που τείνει να αποσιωπά τη σημασία αυτών των γυναικών ως εργαζομένων στον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας και, αντίθετα, να τις αναπαριστά ως θύματα του ίδιου τους του πολιτισμού.
Το παρόν άρθρο αξιοποιεί ένα πολιτικοοικονομικό θεωρητικό πλαίσιο για να αντιπαρατεθεί στις σύνθετες στρατηγικές λόγου του «φεμοεθνικισμού», δηλαδή της σύγχρονης χρήσης φεμινιστικών ιδεών από εθνικιστικά κόμματα και νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις υπό το λάβαρο του πολέμου εναντίον της θεωρούμενης πατριαρχίας του Ισλάμ ειδικότερα και των μεταναστών από τον Παγκόσμιο Νότο γενικότερα. Ο πρόσφατος λόγος περί πολυπολιτισμικότητας και ένταξης των μεταναστών/τριών, ιδιαίτερα στην περίπτωση των Μουσουλμάνων, χαρακτηρίζεται έντονα από την απαίτηση προσαρμογής τους στον δυτικό πολιτισμό και στις δυτικές αξίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία αυτού του αξιακού πλαισίου είναι η ισότητα των φύλων.[2] Η χρήση - ή, ακριβέστερα, η εργαλειοποίηση - της έννοιας της ισότητας τόσο από εθνικιστικά και ξενοφοβικά κόμματα όσο και από νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης πολιτικής συγκυρίας, ιδίως στην Ευρώπη. Από τις πρόσφατες δηλώσεις της Marine Le Pen υπέρ της υπεράσπισης των «λευκών» Γάλλων, γυναικών και ομοφυλοφίλων απέναντι στους κινδύνους που, κατά την ίδια, αντιμετωπίζουν στα banlieues, έως τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις της ιταλικής Λέγκας του Βορρά και του βρετανικού Εθνικού Μετώπου κατά μεταναστών, τους διαδεδομένους ισχυρισμούς ότι η ένταξη μιας υποτιθέμενα μουσουλμανικής Τουρκίας στην Ευρώπη συνιστά απειλή για τις Ευρωπαίες γυναίκες και την κινηματογραφική αναπαράσταση του Ισλάμ ως εγγενώς κακοποιητικής και μισογνικής θρησκείας και κουλτούρας από τον Geert Wilders, η διακηρυγμένη υπεράσπιση των γυναικών αποτελεί κοινό παρονομαστή της λεγόμενης νέας ριζοσπαστικής Δεξιάς στην Ευρώπη, καθώς και ύπουλο επιχείρημα που επιστρατεύεται ολοένα και περισσότερο από νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις και ΜΜΕ σε ολόκληρη την ήπειρο.
Αυτή η χρήση έχει διχάσει τις φεμινίστριες διανοούμενες και ακτιβίστριες. Από τη μία, ορισμένες φεμινίστριες - μεταξύ αυτών η Alice Schwarzer στη Γερμανία, η Elisabeth Badinter στη Γαλλία και η Cisca Dresselhuys στην Ολλανδία - έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι το Ισλάμ είναι εγγενώς μισογυνικό. Καθώς θεωρείται θρησκεία που υποστηρίζει τον υποδεέστερο ρόλο των γυναικών στην κοινωνία και ασκεί αυστηρό έλεγχο πάνω στη σεξουαλικότητά τους, το Ισλάμ θεωρείται αντίθετο καθεαυτό στη γυναικεία χειραφέτηση. Ως εκ τούτου, οι άνδρες εκπρόσωποί του, καθώς και οι πολιτισμικές και θρησκευτικές του πρακτικές, πρέπει να καταδικαστούν. Από την άλλη, κάποιες άλλες φεμινίστριες - όπως η Christine Delphy στη Γαλλία, η Annamaria Rivera στην Ιταλία και η Anja Meulenbelt στην Ολλανδία - έχουν επικρίνει αυτό το χαρακτηρισμό εναντίον του Ισλάμ ως υπεργενικευτικό, προειδοποιώντας για τις πιθανές ρατσιστικές του συνέπειες. Ειδικότερα, τονίζουν την ανάγκη στήριξης της πρωτοβουλίας των ίδιων των Μουσουλμάνων γυναικών για αυτοδιάθεση, ενάντια σε αυτό που εκλαμβάνουν ως πατερναλιστικές απόπειρες «προστασίας» από εξωτερικούς φορείς. Ασκούν κριτική στους ισχυρισμούς εθνικιστικών και ξενοφοβικών κομμάτων, καθώς και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, περί μέριμνας για τα δικαιώματα των γυναικών, θεωρώντας τους υποκριτικούς και ικανούς να οξύνουν το ισλαμοφοβικό κλίμα. Οφείλω εξαρχής να παραδεχτώ ότι η δική μου θέση βρίσκεται πιο κοντά στη δεύτερη αυτή μερίδα. Η αντιπαραβολή Μουσουλμάνων ανδρών και γυναικών, με τις τελευταίες να παρουσιάζονται ως παθητικά θύματα μιας μη δυτικής ανδρικής «έμφυτης βίας» που χρήζουν προστασίας, μπορεί να θεωρηθεί ως η σύγχρονη εκδοχή μιας γνωστής δυτικής μυθολογίας ή, όπως το λέει η Leila Ahmed, ενός «παλιού τεχνάσματος» - εκείνου των «λευκών ανδρών που [ισχυρίζονται ότι] σώζουν μελαμψές γυναίκες από μελαμψούς άνδρες», για να χρησιμοποιήσουμε την εύστοχη διατύπωση της Gayatri Chakravorty Spivak.[3] Για παράδειγμα, αξίζει να θυμηθούμε ότι, ενώ τα σημερινά ΜΜΕ και ο πολιτικός λόγος εστιάζουν στους Μουσουλμάνους άνδρες ως καταπιεστές, κατά τη δεκαετία του 1990 η «απειλή του άνδρα μετανάστη» παρουσιαζόταν ως προερχόμενη από την Ανατολική Ευρώπη. Ο κακός μετανάστης ενσαρκωνόταν τότε από άνδρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι συνήθως αναπαρίσταντο ως εμπλεκόμενοι σε εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ οι γυναίκες από τις ίδιες χώρες συνήθως παρουσιάζονταν ως θύματα μιας οπισθοδρομικής κουλτούρας.[4] Όπως επισημαίνει η Helma Lutz, «είναι κυρίως με επιχειρήματα περί 'φυλετικής', εθνοτικής και εθνικής ετερότητας, και όχι μέσω της σεξουαλικής διαφοράς, που τονίζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ της 'Ευρωπαίας' και της 'Άλλης' γυναίκας. Σε αυτό το δίπολο, η Ευρωπαία γυναίκα λειτουργεί ως το πρότυπο με βάση το οποίο αξιολογούνται οι γυναίκες από άλλες περιοχές».[5] Επομένως, η θεώρηση της μετανάστριας από μη δυτικές χώρες ως παθητικού υποκειμένου της βίαιης πατριαρχίας του πολιτισμού της έχει μακρά ιστορία. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι, στο παρόν συγκείμενο, οι Μουσουλμάνες γυναίκες λειτουργούν ως συνεκδοχή του ευρωπαϊκού στερεότυπου της μετανάστριας, η οποία «αναπαρίσταται ως μια ιδιαίτερη μορφή απόκλισης από την 'ευρωπαϊκή' θηλυκότητα - λειτουργώντας ίσως ασυνείδητα ως αντι-εικόνα ή alter ego της ευρωπαϊκής γυναικείας αυτοεικόνας».[6]
Έχοντας κατά νου αυτή την ιστορική οπτική, με την παρούσα παρέμβαση, επιδιώκω να επεκτείνω την κριτική της σύγχρονης εργαλειοποίησης των φεμινιστικών θεματικών πέρα από τους κυρίως πολιτισμικούς όρους που κυριαρχούν στις πρόσφατες συζητήσεις. Ειδικότερα, φιλοδοξώ να ανοίξω τη συζήτηση γύρω από τις πολιτικοοικονομικές διαστάσεις των διαδικασιών αυτών, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, είτε παραβλέπονται είτε αναλύονται ανεπαρκώς. Έτσι, θα επικεντρωθώ στις διάφορες απόπειρες αξιοποίησης της έννοιας του «φύλου» στις σύγχρονες συζητήσεις περί ενσωμάτωσης των μεταναστών/τριών - και ιδιαίτερα των Μουσουλμάνων - χρησιμοποιώντας κάποια εννοιολογικά εργαλεία για τον «εφεδρικό εργατικό στρατό» από την ανάλυση του Karl Marx στο Κεφάλαιο, υπό το πρίσμα της σημερινής εποχής.
Τι είναι ο φεμοεθνικισμός;
Χρησιμοποιώ την έννοια του «φεμοεθνικισμού» προκειμένου να αναλύσω την πολιτική οικονομία ενός λόγου που συναρθρώνει τις ετερογενείς αντι-ισλαμικές και αντι-(ανδρικές)μεταναστευτικές ανησυχίες εθνικιστικών κομμάτων, ορισμένων φεμινιστριών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων υπό το πρόταγμα της ισότητας των φύλων. Ο όρος «φεμοεθνικισμός» παραπέμπει, ως έναν βαθμό, στην έννοια του «ομοεθνικισμού» της Jasbir K. Puar. Η Puar χρησιμοποιεί τον όρο αυτό για να προσδιορίσει τη «ρητορική στρατηγική που αποσυνδέει τους ντόπιους ομοφυλόφιλους και queer των ΗΠΑ από τους φυλετικούς και σεξουαλικούς 'Άλλους', αναδεικνύοντας μια σύνδεση μεταξύ ομοφυλοφιλίας και αμερικανικού εθνικισμού, που παράγεται τόσο από τις εθνικές ρητορικές πατριωτικής ενσωμάτωσης όσο και από τα ίδια τα ομοφυλόφιλα και queer υποκείμενα».[7] Το πεδίο αυτής της «σύνδεσης» εντοπίζεται στην αντίθεση προς τον (ισλαμιστή) τρομοκράτη ως ομοφοβικό και εχθρό του αμερικάνικου πολιτισμού.
Κατά παρόμοιο τρόπο, ο φεμοεθνικισμός περιγράφει τις προσπάθειες ευρωπαϊκών δεξιών κομμάτων, μεταξύ άλλων, να εντάξουν φεμινιστικά ιδεώδη σε αντιμεταναστευτικές και αντι-ισλαμικές εκστρατείες. Ωστόσο, η χρήση του όρου «φεμοεθνικισμός» εκ μέρους μου δεν υποδηλώνει τη σύμπλευση ή τη συνειδητή συμμαχία μεταξύ φεμινιστριών και εθνικιστών, ούτε αποδίδει την εθνικοπατριωτική ρητορική σε έναν αδιαφοροποίητο φορέα όπως η Ευρώπη ή οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνολικά. Αφενός, παρά το γεγονός ότι αρκετές γνωστές Ευρωπαίες φεμινίστριες διανοούμενες έχουν ταχθεί εναντίον του Ισλάμ και έχουν υποστηρίξει την απαγόρευση της μαντίλας, τα κίνητρά τους είναι διαφορετικά από εκείνα των εθνικιστικών κομμάτων. Αφετέρου, παρά την άνοδο διάφορων μορφών πατριωτισμού σε όλο το πολιτικό φάσμα, χρησιμοποιώ την έννοια του «εθνικισμού» για να περιγράψω τη συγκεκριμένη ιδεολογία που επιστρατεύεται σήμερα από τα ευρωπαϊκά δεξιά κόμματα και αξιοποιείται επιλεκτικά και κατά το δοκούν από τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις: μια ιδεολογία που συγκροτείται από το σοβινισμό, τον μύθο μιας κοινής εθνικής οικογένειας και την ξενοφοβία.
Γιατί όμως είναι σημαντικό να προσεγγίσουμε τον φεμοεθνικισμό σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο; Και τι σημαίνει να ανιχνεύσουμε την πολιτικοοικονομική του διάσταση; Μπορούμε να ξεκινήσουμε από το πρώτο ερώτημα. Παρότι αρκετοί/ές συγγραφείς έχουν εντοπίσει και επικρίνει τη χρήση ενός συγκεκριμένου φεμινιστικού λεξιλογίου από τους σύγχρονους Ευρωπαίους εθνικιστές, θεωρώ ότι οι περισσότερες κριτικές προσεγγίσεις δίνουν λίγη προσοχή στις πολιτικοοικονομικές παραμέτρους. Από τη μία, αρκετές μελέτες έχουν προσφέρει χρήσιμες περιγραφές και αναλύσεις αυτής της διαδικασίας εργαλειοποίησης, με τρόπο που αποκαλύπτει την επιτελεστική αντίφαση των νομικών προτάσεων εθνικιστικών ξενοφοβικών κομμάτων και κυβερνήσεων.[8] Από την άλλη, διάφορες προσεγγίσεις επιχειρούν να αναλύσουν τη σύγχρονη χρήση του φύλου ως ιδεολογικού και εργαλειακού προκαλύμματος νεο-ιμπεριαλιστικών, ή και φονταμενταλιστικών, σχεδίων. Έτσι, άλλοι/ες συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι εκκλήσεις για «απελευθέρωση» των Μουσουλμάνων γυναικών μέσω της απόρριψης της μαντίλας συνιστούν μια κλασική αποικιοκρατική/ιεραποστολική στάση. Αυτοί/ές εντοπίζουν έντονα τα ίχνη νεο-αποικιοκρατικών και αφομοιωτικών σχεδίων πίσω από την παραπλανητική ρητορική των νέων ιεραποστολικών εκστρατειών, οι οποίες παρουσιάζονται ως φιλανθρωπικές - ή, ακριβέστερα, ως «φιλογυνικές». Επιπλέον, έννοιες όπως «πεφωτισμένος φονταμενταλισμός» και «κοσμικός ουμανισμός» υποδηλώνουν ότι οι παραδόσεις του κοσμικού κράτους και του Διαφωτισμού «ως θεμέλια του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού», χρησιμοποιούνται με φονταμενταλιστικό τρόπο.[9] Συνεπώς, οι συγγραφείς αυτοί/ές υπογραμμίζουν ότι στόχος των «φιλογυνικών» ισχυρισμών και του δυτικού κοσμικού φονταμενταλισμού - ο οποίος, από αυτή τη σκοπιά, δεν διαφέρει από τους θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς - είναι ο επανακαθορισμός των έμφυλων ρόλων.[10]
Όμως, παρά την σημαντική προσφορά αυτών των αναλύσεων, πιστεύω ότι πρέπει να προχωρήσουμε βαθύτερα θέτοντας τα εξής ερωτήματα: (α) γιατί είναι η «ισότητα των φύλων» και όχι κάποιο άλλο στοιχείο από το δυτικό οπλοστάσιο οικουμενικών αξιών, που επιστρατεύεται τόσο εκτεταμένα εναντίον του Ισλάμ; και (β) υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στις γυναίκες - ιδίως στις μη δυτικές γυναίκες - και ειδικότερα στον πολιτικοοικονομικό τους ρόλο σήμερα, που θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί είναι αυτές, και όχι οι μη δυτικοί άνδρες, που έχουν καταστεί ο κύριος στόχος του φεμοεθνικιστικού λόγου;
Η έμφυλη πλευρά της ενσωμάτωσης
Ένας από τους κύριους τρόπους με τους οποίους ο δυτικός «πεφωτισμένος φονταμενταλισμός» επιχειρεί να επιβάλει τη δική του αντίληψη περί ισότητας των φύλων και γυναικείας χειραφέτησης στις μη δυτικές και Μουσουλμάνες μετανάστριες είναι ο ισχυρισμός ότι η υιοθέτηση του δυτικού γυναικείου τρόπου ζωής θα διευκόλυνε όχι μόνο τη δική τους ενσωμάτωση στις δυτικές κοινωνίες, αλλά και την ενσωμάτωση της κοινότητας στην οποία ανήκουν. Σε αυτή την οπτική, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως «φορείς της ενσωμάτωσης», με τρόπο που προσεγγίζει το υποτιθέμενα διαφορετικό μοντέλο της «αφομοίωσης».[11] Είναι αναγκαίο, όμως, να αναλυθούν οι ειδικοί τρόποι με τους οποίους οι εκκλήσεις για μια τέτοια ενσωμάτωση και αφομοίωση απευθύνονται διαφοροποιημένα στους άνδρες και τις γυναίκες των μεταναστευτικών κοινοτήτων.
Ο λόγος περί ενσωμάτωσης των μεταναστών/τριών - όχι μόνο εκείνος που εκφέρεται από εθνικιστικά ξενοφοβικά κόμματα, αλλά και αυτός πιο κυρίαρχων αφηγήσεων ή αυτός που διαχέεται από τα ΜΜΕ - λειτουργεί με βάση το φύλο. Σύμφωνα με τις θέσεις αυτές, είναι οι άνδρες, και όχι οι γυναίκες, εκείνοι που προκαλούν διαφόρων ειδών προβλήματα στη διαδικασία ενσωμάτωσης.[12] Πρώτον, οι άνδρες θεωρούνται το βασικό εμπόδιο στην κοινωνική και πολιτισμική ενσωμάτωση και, συνεπώς, συνιστούν πολιτισμική απειλή για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ακόμη και όταν ο στόχος της πολιτισμικής καχυποψίας είναι η γυναίκα που φοράει μαντίλα, η ίδια εμφανίζεται να πράττει όχι στη βάση της προσωπικής επιλογής - αφού στις συγκεκριμένες αφηγήσεις οι Μουσουλμάνες γυναίκες στερούνται αυτενέργειας - αλλά ως θύμα της ανδρικής καταπίεσης. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, άνδρες και γυναίκες γίνονται αντιληπτοί/ές και αναπαρίστανται με διαφορετικούς και συχνά αντιθετικούς τρόπους στο πεδίο της οικονομικής ενσωμάτωσης. Τα ξενοφοβικά εθνικιστικά συνθήματα που απαιτούν «δουλειές για τους ντόπιους» (συνθήματα καθοριστικά για την εκλογική ενίσχυση αυτών των κομμάτων) πρέπει, θεωρώ, να διαβάζονται ως «δουλειές για τους ντόπιους άνδρες».
Μια προσεκτικότερη εξέταση των διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών μεταναστών/τριών - Μουσουλμάνων και μη Μουσουλμάνων - στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε βαθύτερα κάποιους από τους λόγους της «ύπουλης συμπάθειας» που επιδεικνύουν τα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κινήματα προς τα φεμινιστικά αιτήματα.[13]
Η ιδιαιτερότητα της γυναικείας μεταναστευτικής εργασίας
Οι άνδρες μετανάστες στις δυτικές οικονομίες επιτελούν τον ρόλο αυτού που ο Marx αποκάλεσε «εφεδρικό εργατικό στρατό», δηλαδή ενός πλεονάζοντος πληθυσμού ανέργων και υποαπασχολούμενων, του οποίου η ύπαρξη συνιστά «αναγκαίο προϊόν» της καπιταλιστικής συσσώρευσης και του οποίου η διαρκής αναπαραγωγή αξιοποιείται από τους εργοδότες για τη διατήρηση χαμηλών μισθών. Σήμερα, ιδιαίτερα στη Νότια Ευρώπη, οι μετανάστες συνήθως αντιμετωπίζονται ως δεξαμενή φθηνής εργασίας, η οποία απειλεί τους ντόπιους εργαζόμενους με απώλεια θέσεων εργασίας ή μείωση των εισοδημάτων τους. Ωστόσο, η εργασία των γυναικών μεταναστριών ούτε παρουσιάζεται ούτε γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Σήμερα, ο μισός μεταναστευτικός πληθυσμός στον δυτικό κόσμο αποτελείται από γυναίκες.[14] Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι γυναίκες αποτελούν λίγο περισσότερο από το ήμισυ του μεταναστευτικού πληθυσμού των 27 κρατών της Ε.Ε.[15] Ένας μεγάλος αριθμός μεταναστριών - Μουσουλμάνων και μη Μουσουλμάνων - που συμμετέχουν ενεργά στη δυτική αγορά εργασίας απασχολείται σε έναν και μόνο τομέα της οικονομίας: τον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας. Η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών των χωρών υποδοχής στην παραγωγική οικονομία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η μείωση του αριθμού των γεννήσεων και η αύξηση των ηλικιωμένων, σε συνδυασμό με τη διάλυση, την ανεπάρκεια ή ακόμη και την απουσία δημόσιων και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών φροντίδας, οδήγησαν στην εμπορευματοποίηση της λεγόμενης αναπαραγωγικής εργασίας, η οποία εκτελείται κυρίως από μετανάστριες. Η ζήτηση για εργασία σε αυτόν τον τομέα έχει αυξηθεί τόσο πολύ την τελευταία δεκαετία, που πλέον θεωρείται ο βασικός λόγος για τη θηλυκοποίηση της μετανάστευσης.[16]
Προκειμένου να κατανοήσουμε την ιδιότυπη εξαίρεση που συνιστούν οι μετανάστριες στη σύγχρονη Ευρώπη ως μεταναστευτική εργατική δύναμη που εξαιρείται από τις κατηγορίες περί οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής απειλής - με άλλα λόγια, προκειμένου να αποκωδικοποιήσουμε ένα από τα επιχειρήματα στα οποία καταφεύγει ο φεμοεθνικισμός, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικότερα τον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας.
Η μη αναλώσιμη υλικότητα της συναισθηματικής/αναπαραγωγικής εργασίας
Τι διαφοροποιεί τον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας, όπου απασχολούνται κυρίως γυναίκες μετανάστριες, από άλλους τομείς που απασχολούν κυρίως άνδρες μετανάστες; Πρώτον, ο τομέας της φροντίδας και της οικιακής εργασίας αποτελεί ίσως τον πιο έμφυλα δομημένο εργασιακό τομέα, καθώς η κοινωνική κατασκευή της θηλυκότητας έχει διαχρονικά συνδεθεί με αυτόν και, ως εκ τούτου, είναι συγκροτητικό στοιχείο διαμόρφωσης των δεξιοτήτων, της εργασιακής κουλτούρας και της ταυτότητάς του.[17] Όπως υποστηρίζει η Lutz, η οικιακή εργασία και η παροχή φροντίδας «δεν είναι απλώς μια ακόμη αγορά εργασίας».[18] Δεν πρόκειται απλώς για εργασία, αλλά για μια «βασική δραστηριότητα επιτέλεσης του φύλου. [...] Η ανάθεση της οικιακής εργασίας και της φροντίδας σε μια άλλη γυναίκα είναι ευρέως αποδεκτή επειδή ακολουθεί και αναπαράγει τη λογική της έμφυλης εικόνας σύμφωνα με θεσμοποιημένες έμφυλες νόρμες».[19] Επιπλέον, η συναισθηματική διάσταση αποτελεί θεμελιώδες - αν και όχι αποκλειστικό - στοιχείο της παροχής φροντίδας και της οικιακής ή αναπαραγωγικής εργασίας.[20] Η οικεία φύση του πλαισίου μέσα στο οποίο εκτελείται αυτή η εργασία (το νοικοκυριό), ο έντονα συναισθηματικός χαρακτήρας των καθηκόντων που περιλαμβάνει (φροντίδα παιδιών ή/και ηλικιωμένων, μαγείρεμα, καθάρισμα του σπιτιού, δηλαδή του κατεξοχήν οικείου χώρου του εργοδότη) και, συνεπώς, η σημασία της εμπιστοσύνης στην εργασιακή σχέση, αποτελούν παράγοντες που καθιστούν πολύ δυσκολότερη για τους εργοδότες την αντικατάσταση της εργαζόμενης όταν έχει ήδη διαμορφωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Ο έντονα συναισθηματικός χαρακτήρας της φροντίδας και της οικιακής εργασίας αποτελεί επίσης ένα από τα βασικά εμπόδια στην προσπάθεια μηχανοποίησης και αυτοματοποίησής τους. Όπως υποστηρίζει η Silvia Federici,
Σε αντίθεση με την εμπορευματική παραγωγή, η αναπαραγωγή των ανθρώπινων όντων είναι, σε μεγάλο βαθμό, μη αναγώγιμη στη μηχανοποίηση, καθώς συνίσταται στην ικανοποίηση σύνθετων αναγκών στις οποίες τα σωματικά και συναισθηματικά στοιχεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, και απαιτεί υψηλό βαθμό ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και ιδιαίτερα εντατική εργασιακή διαδικασία. Αυτό είναι περισσότερο εμφανές στην αναπαραγωγή των παιδιών και των ηλικιωμένων, η οποία, ακόμη και στην πιο υλική της διάσταση, περιλαμβάνει την παροχή αισθήματος ασφάλειας και την πρόβλεψη φόβων και επιθυμιών. Καμία από αυτές τις δραστηριότητες δεν είναι αμιγώς «υλική» ή «άυλη», ούτε μπορεί να κατατμηθεί με τρόπο που θα επέτρεπε τη μηχανοποίησή της ή την αντικατάστασή της από τον εικονικό κόσμο της διαδικτυακής επικοινωνίας.[21]
Μία από τις συνέπειες αυτής της αντίστασης στη μηχανοποίηση δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η οικιακή εργασία και η παροχή φροντίδας έχουν, σε μεγάλο βαθμό, πέσει στους ώμους των μεταναστριών ή έχουν εν μέρει εμπορευματοποιηθεί, αλλά και ότι είναι τομείς στους οποίους η ανάλυση του Marx για τον εφεδρικό εργατικό στρατό δεν μπορεί να εφαρμοστεί εύκολα. Η συζήτηση για τη δημιουργία ενός πλεονάζοντος εργατικού πληθυσμού, ή εφεδρικού εργατικού στρατού, συνδέεται άμεσα με την ανάλυση του Marx για την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και την τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης να ωθεί στην αύξηση «του σταθερού του μέρους εις βάρος του μεταβλητού», δηλαδή την αύξηση της μάζας και της αξίας των μέσων παραγωγής εις βάρος της μάζας και της αξίας της ζωντανής εργασίας που απασχολείται εντός της διαδικασίας παραγωγής.[22] Καθοριστικό στοιχείο για τη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου αποτελεί πράγματι η τεχνολογική ανάπτυξη και η αυτοματοποίηση, οι οποίες, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, οδηγούν στην απομάκρυνση ενός αριθμού εργαζομένων από την παραγωγική διαδικασία και, συνεπώς, στη δημιουργία του εφεδρικού εργατικού στρατού. Ωστόσο, η αντίσταση στη μηχανοποίηση στους τομείς της οικιακής εργασίας και της παροχής φροντίδας σημαίνει ότι μόνο ένα μικρό μέρος της εργασίας αυτής μπορεί να αντικατασταθεί μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης των μέσων παραγωγής. Πρέπει κατά κύριο λόγο να εκτελείται από ζωντανή εργασία, είτε εμπορευματοποιημένη μέσω της πρόσληψης εργαζομένων φροντίδας και οικιακών βοηθών σε ιδιωτικά νοικοκυριά και της ανάπτυξης εμπορικών υπηρεσιών (ταχυφαγεία, πλυντήρια κλπ.), είτε δωρεάν παρεχόμενη από μέλη της οικογένειας.
Συνεπώς, η ζήτηση για παροχή φροντίδας και οικιακή εργασία στα ιδιωτικά νοικοκυριά - ιδίως σε μια συνθήκη όπου τα αναπαραγωγικά καθήκοντα διαρκώς ανατίθενται σε άλλους και εμπορευματοποιούνται - αναμένεται να αυξηθεί δραματικά μελλοντικά.[23] Δεν είναι, επομένως, τυχαίο το γεγονός ότι μια πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας σχετικά με τον αντίκτυπο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στο μεταναστευτικό πληθυσμό δείχνει ότι οι τομείς στους οποίους συγκεντρώνονται περισσότερο οι γυναίκες μετανάστριες «δεν έχουν επηρεαστεί από την κρίση». Αντιθέτως, οι τομείς αυτοί «έχουν μεγεθυνθεί στο πλαίσιο της κρίσης. Αυτό ισχύει για τομείς όπως η υγεία και η κοινωνική εργασία (οι κυριότεροι εργοδότες μεταναστριών εργαζομένων), οι κοινωνικές και προσωπικές υπηρεσίες, καθώς και ο τομέας της εκπαίδευσης».[24] Όπως δείχνει επίσης η έκθεση, η γυναικεία εργασιακή μετανάστευση ενδέχεται να επηρεάστηκε λιγότερο από ό,τι η ανδρική.
Πάροχοι εργασίας και πρόνοιας
Όπως έχω ήδη επισημάνει, η αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας κατά τα τελευταία 20 χρόνια, η οποία δεν συνοδεύτηκε ούτε από ανάπτυξη των δημόσιων υπηρεσιών φροντίδας ούτε από μεταβολές στον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας εντός του νοικοκυριού, υπήρξε ασφαλώς ένας από τους βασικούς λόγους για την αυξανόμενη ζήτηση εργαζομένων παροχής φροντίδας και οικιακών βοηθών, αλλά και ισχυρή ώθηση για τη θηλυκοποίηση της μετανάστευσης. Ωστόσο, όπως εύστοχα τονίζουν οι Fiona Williams και Anna Gavanas, «δεν είναι απλώς η έλλειψη δημόσιων παροχών που διαμορφώνει τη ζήτηση για φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, αλλά η ίδια η φύση της διαθέσιμης κρατικής βοήθειας».[25] Σε χώρες όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Φινλανδία και η Γαλλία, έχουν εισαχθεί μορφές χρηματικών παροχών ή φορολογικών ελαφρύνσεων για τη διευκόλυνση της αγοράς υπηρεσιών παιδικής φροντίδας. Επιπλέον, στη Βρετανία, την Ολλανδία, την Ιταλία και την Αυστρία, για παράδειγμα, έχουν θεσπιστεί μορφές άμεσης χρηματοδότησης που επιτρέπουν σε ηλικιωμένα άτομα ή άτομα με αναπηρία να αγοράζουν υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας. Τόσο οι χρηματικές παροχές όσο και οι άμεσες χρηματοδοτήσεις ενίσχυσαν την εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών φροντίδας και οικιακής εργασίας, οι οποίες αναζητούνται κυρίως ιδιωτικά στην αγορά, εκεί όπου οι μετανάστριες συγκροτούν το μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς.[26]
Η αυξανόμενη ζήτηση για εργαζόμενες φροντίδας και οικιακές βοηθούς στην Ευρώπη, η οποία οφείλεται τόσο στη γενικευμένη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών φροντίδας (που ωθεί τις οικογένειες να αναζητούν λύσεις στην αγορά) όσο και στα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών των χωρών υποδοχής στην αγορά εργασίας (κάτι που συχνά τις αναγκάζει να αναζητούν έμφυλα αποδεκτή αντικατάσταση για τις ίδιες εντός του νοικοκυριού), αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα για να εξηγηθεί γιατί η γυναικεία μεταναστευτική εργασία δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως η ανδρική. Ενδείξεις γι’ αυτό μπορούν να βρεθούν στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους επηρεάζουν οι σύγχρονες εκστρατείες και πολιτικές κατά της παράτυπης μετανάστευσης άνδρες και γυναίκες. Οι περιπτώσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας είναι, από αυτή την άποψη, ιδιαίτερα χαρακτηριστικές, καθώς καταδεικνύουν πώς διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες και μεταναστευτικές ιστορίες καταλήγουν σε παρόμοιες προσεγγίσεις απέναντι στην παράτυπη μετανάστευση όταν διακυβεύονται οι υπηρεσίες φροντίδας και οικιακής εργασίας. Το 2009, η ιταλική κυβέρνηση χορήγησε αμνηστία αποκλειστικά σε παράτυπους/ες μετανάστες/τριες που εργάζονταν στη φροντίδα (badanti) και ως οικιακοί/ές βοηθοί - στην πλειονότητά τους γυναίκες - καθώς θεωρήθηκε ο μοναδικός τομέας στον οποίο η ζήτηση εργασίας δεν μπορούσε να καλυφθεί από την εγχώρια προσφορά.[27] Στη Γερμανία, από την άλλη, οι Lutz και Palenga-Möellenbeck περιγράφουν τη στάση του κράτους απέναντι στους παράτυπους μετανάστες εργαζόμενους στον τομέα της φροντίδας με τον όρο «ημι-συμμόρφωση».[28] Για παράδειγμα, οι Ανατολικοευρωπαίες - οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα των εργαζομένων στον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας στη Γερμανία - «διαθέτουν δικαίωμα διαμονής αλλά όχι εργασιακά δικαιώματα, με αποτέλεσμα η παραβίαση να περιορίζεται στο εργατικό δίκαιο και όχι στο καθεστώς διαμονής».[29] Όπως σημειώνουν, «η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται να αναγνωρίζει αυτή την κατάσταση μέσω μιας de facto φιλελεύθερης πολιτικής παρέμβασης».[30] Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η στάση του γερμανικού κράτους το 2004, όταν συγκρότησε ειδική ομάδα για την αντιμετώπιση της αδήλωτης μεταναστευτικής εργασίας. Οι αρμόδιες αρχές ελέγχαν την παράνομη απασχόληση σε χώρους εργασίας της δημόσιας σφαίρας, αλλά όχι στα ιδιωτικά νοικοκυριά. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι οικογένειες αναφορικά με τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων συνάντησαν την «κατανόηση» των κρατικών λειτουργών, οι οποίοι, ακόλουθα, «δεν αντιλαμβάνονταν την απασχόληση παράτυπων εργαζομένων φροντίδας ως ‘τιμωρητέα’».[31]
Αντί να παρουσιάζονται ως αυτές που παίρνουν τις δουλειές, κίνδυνος πολιτισμικής σύγκρουσης ή παράσιτα του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, οι μετανάστριες είναι οι οικιακές εργαζόμενες που συμβάλλουν στη διατήρηση της ευημερίας των ευρωπαϊκών οικογενειών και ατόμων. Αποτελούν παρόχους εργασίας και πρόνοιας: είναι εκείνες που, βοηθώντας τις Ευρωπαίες γυναίκες να αποδεσμευτούν από το φύλο αντικαθιστώντας τους στο νοικοκυριό, επιτρέπουν σε αυτές τις γυναίκες των χωρών υποδοχής να ενταχθούν ως εργαζόμενες στην παραγωγή. Επιπλέον, οι μετανάστριες συμβάλλουν στην ανατροφή των παιδιών, καθώς και στη φροντίδα της ζωής και της συναισθηματικής ευημερίας των ηλικιωμένων, παρέχοντας έτσι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας από τις οποίες τα κράτη αποσύρονται ολοένα και περισσότερο.
Ο τακτικός εργατικός στρατός που ονομάζεται γυναίκες μετανάστριες
Επομένως, η γυναικεία μεταναστευτική εργατική δύναμη δείχνει να μην συνιστά έναν εφεδρικό εργατικό στρατό, που απειλείται διαρκώς με ανεργία και απέλαση και χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της μισθολογικής στασιμότητας, αλλά έναν τακτικό στρατό εξαιρετικά φθηνής εργασίας. Η ιδέα αυτή, κατά μία έννοια, φαίνεται να αντιβαίνει στη λεγόμενη «συζήτηση για την οικιακή εργασία» που ξεκίνησε από φεμινίστριες στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη δεκαετία του 1980.[32] Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής, η έννοια του εφεδρικού εργατικού στρατού χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να εξηγηθούν οι δομικές εισοδηματικές ανισότητες και οι επισφαλείς εργασιακές συνθήκες των γυναικών που εισέρχονταν τότε ολοένα και περισσότερο στην αγορά εργασίας ως μισθωτές εργαζόμενες.[33] Όπως σημείωσε η Floya Anthias, είχε καταστεί «μια σχεδόν αυτονόητη αναφορά η περιγραφή των γυναικών ως RAL (reserve army of labor / εφεδρικού εργατικού στρατού)», ιδίως στις μαρξιστικές - φεμινιστικές συζητήσεις.[34]
Η αντίθεση μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων είναι, ωστόσο, περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική, καθώς το επίπεδο ανάλυσης στο οποίο εφαρμόζονται οι δύο έννοιες - του εφεδρικού και του τακτικού στρατού - είναι αρκετά διαφορετική. Ενώ οι φεμινίστριες που συζητούσαν την έννοια του εφεδρικού στρατού κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 αναφέρονταν στις γυναίκες ως μισθωτές εργαζόμενες εκτός του οικιακού χώρου, εδώ προτείνω να χρησιμοποιηθεί η έννοια του τακτικού στρατού για να περιγραφεί η κατάσταση των μεταναστριών που εργάζονται στην εμπορευματοποιημένη αναπαραγωγική εργασία. Αυτή η μετατόπιση της εστίασης μάς επιτρέπει να δούμε ότι ο οικονομικός τομέας είναι εσωτερικά διαφοροποιημένος, αλλά και ότι οι γυναίκες στις οποίες αναφέρονται οι δύο έννοιες δεν ανήκουν σε ένα ομοιογενές σύνολο που ονομάζεται «γυναικεία ταυτότητα». Αντίθετα, έχουν μεταξύ τους διαφορετικές εμπειρίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται έντονα από ταξικές και, κυρίως, φυλετικές διαφορές.
Καθώς οι γυναίκες που απασχολούνται στον τομέα της φροντίδας και της οικιακής εργασίας είναι μετανάστριες προερχόμενες κυρίως από τον Παγκόσμιο Νότο και από πρώην κρατικο-σοσιαλιστικές χώρες, ο καταλληλότερος όρος για την κατανόηση της εργασιακής τους συνθήκης δεν είναι ούτε η απροσδιόριστη αφαίρεση της μισθωτής εργασίας γενικά ούτε της γυναικείας εργασίας ειδικότερα, αλλά μάλλον η συγκεκριμένη αφαίρεση της μεταναστευτικής εργασίας. Η μεταναστευτική εργασία στις σύγχρονες ευρωπαϊκές και δυτικές κοινωνίες διαμορφώνεται με συγκεκριμένο τρόπο: είναι «μετακινούμενη εργασία», αποτέλεσμα της άνισης ανάπτυξης που προκαλείται από αυτό που ο David Harvey αποκαλεί «συσσώρευση μέσω αποστέρησης», και είναι επίσης «αναλώσιμη εργασία», με ιδιαίτερο οικονομικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα.[35] Επιπλέον, στον κόσμο της μεταναστευτικής εργασίας, η εργασία των μεταναστριών φαίνεται να υπακούει στους δικούς της κανόνες. Από τη μία, ακολουθεί τους κανόνες του φύλου και του «σεξουαλικού συμβολαίου» εντός του νοικοκυριού, το οποίο ορίζει ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι υπεύθυνες για την αναπαραγωγή και τη φροντίδα.[36] Από την άλλη, ακολουθεί τους κανόνες του «φυλετικού συμβολαίου», σύμφωνα με το οποίο οι εθνοτικές μειονότητες και οι φυλετικοποιημένοι πληθυσμοί αναλαμβάνουν τις λιγότερο επιθυμητές και πιο κακοπληρωμένες δουλειές σε μια κοινωνία.[37] Οι μετανάστριες συγκροτούν σήμερα έναν τακτικό στρατό αναπαραγωγικής εργασίας, δηλαδή της εργασίας που αποτελεί τη βάση κάθε κοινότητας. Η αναπαραγωγική εργασία είναι εκείνο το «είδος δραστηριότητας που περιλαμβάνει όλα όσα κάνουμε για να διατηρούμε, να συγκρατούμε και να φροντίζουμε τον 'κόσμο' μας, ώστε να μπορούμε να ζούμε σε αυτόν όσο το δυνατόν καλύτερα. Αυτός ο κόσμος περιλαμβάνει τα σώματά μας, τους εαυτούς μας και το περιβάλλον μας».[38]
Συμπέρασμα
Ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζει η γυναικεία μεταναστευτική εργασία στη σύγχρονη αναδιάρθρωση των οργανισμών πρόνοιας και στη θηλυκοποίηση καίριων τομέων της οικονομίας υπηρεσιών εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σχετική επιείκεια των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, καθώς και την παραπλανητική συμπάθεια που επιδεικνύουν τα εθνικιστικά κόμματα προς τις γυναίκες μετανάστριες (και όχι προς τους άνδρες μετανάστες). Θα μπορούσαμε ακόμη να σημειώσουμε ότι, πέρα από το γεγονός ότι αποτελούν εξαιρετικά χρήσιμες εργαζόμενες στην αναπαραγωγική εργασία, οι μετανάστριες είναι επίσης αναπαραγωγικά σώματα, των οποίων ο δείκτης γεννητικότητας είναι υπερδιπλάσιος από εκείνον των γυναικών των χωρών υποδοχής.[39] Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια από χώρες της Ε.Ε. να εδραιώσουν «το δημογραφικό πλεονέκτημα μιας συγκεκριμένης εθνικότητας», όπως το διατύπωσε η Judith Butler, η απαίτηση αφομοίωσης των μεταναστριών - Μουσουλμάνων και μη - τους αποδίδει έναν συγκεκριμένο ρόλο στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, αφού αντιμετωπίζονται ως σώματα που γεννούν τις μελλοντικές γενιές και ως μητέρες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη μετάδοση των κοινωνικών αξιών.[40] Χρήσιμες αντικαταστάτριες των γυναικών των χωρών υποδοχής στον τομέα της αναπαραγωγικής εργασίας, αλλά και δυνητικές σύζυγοι των Ευρωπαίων ανδρών, οι μετανάστριες καθίστανται στόχος μιας παραπλανητικής εκστρατείας συμπάθειας, στο πλαίσιο της οποίας είναι αναγκαίες ως εργαζόμενες, ανεκτές ως μετανάστριες και ενθαρρυνόμενες ως γυναίκες να συμμορφώνονται στις δυτικές αξίες.
Δύο ακόμη στοιχεία πρέπει να ληφθούν υπόψη σε αυτά τα συμπεράσματα, έστω και συνοπτικά. Η κριτική του φεμοεθνικισμού οφείλει να εξετάσει την ιδιαίτερη θέση των γυναικών εντός του κυκλώματος της αγοράς, όχι μόνο ως παραγωγών και αναπαραγωγών, αλλά και ως καταναλωτριών ή ακόμη και ως εμπορευμάτων. Όπως υποστηρίζει η Hester Eisenstein, «αν ο στόχος της παγκοσμιοποίησης είναι η δημιουργία επενδυτικών και εμπορικών ευκαιριών, και επομένως η αποδοχή δυτικών προϊόντων μαζί με δυτικές νόρμες, τότε η εικόνα της απελευθερωμένης δυτικής γυναίκας καθίσταται μέρος της ίδιας της πώλησης. […] Ο φεμινισμός, ορισμένος ως η απελευθέρωση των γυναικών από πατριαρχικούς περιορισμούς, εξισώνεται με τη συμμετοχή του απελευθερωμένου ατόμου στην αγορά».[41] Η διαρκής καπιταλιστική επέκταση στον Παγκόσμιο Νότο, καθώς και η πλήρης ενσωμάτωση όλων στην καπιταλιστική λογική στον πλουσιότερο Βορρά, συνεπάγονται την επέκταση και επαναδιατύπωση της ιδεολογίας που ο C. B. Macpherson ονόμασε «κτητικό ατομικισμό». Ως κτητικά άτομα, οι μετανάστες που ενσωματώνονται στις δυτικές κοινωνίες - και ιδιαίτερα οι μετανάστριες - οφείλουν να αντιλαμβάνονται την ελευθερία τους με όρους ανεξαρτησίας από κοινοτικές δεσμεύσεις και ικανότητας για συνεχή κατανάλωση.
Οι μετανάστριες, ωστόσο, είναι επίσης εμπορεύματα, όπως μας υπενθυμίζει ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις αξίες της χειραφετημένης δυτικής γυναίκας. Υποστηρίζοντας ότι ο σύγχρονος φεμοεθνικισμός συνιστά μια ιδεολογική κατασκευή που πρέπει να κατανοηθεί στη βάση της εμπορευματοποίησης των μη Ευρωπαίων γυναικών ως τέτοιων, θεωρώ ότι πρέπει να ακολουθήσουμε τη συλλογιστική που πρότεινε ο Alain Badiou λίγα χρόνια πριν. Μετά την ψήφιση του νόμου κατά του hijab στα δημόσια σχολεία στη Γαλλία - ενός νόμου που συμπυκνώνει ολόκληρη τη συζήτηση γύρω από την ταύτιση του Ισλάμ με τη γυναικεία καταπίεση - ο Γάλλος φιλόσοφος τον χαρακτήρισε ως «καθαρά καπιταλιστικό νόμο». Για να λειτουργήσει η θηλυκότητα σύμφωνα με την καπιταλιστική της λειτουργία, το γυναικείο σώμα πρέπει να εκτίθεται και να κυκλοφορεί «σύμφωνα με το παράδειγμα της αγοράς».[42] Η Μουσουλμάνα κοπέλα οφείλει, επομένως, να δείξει «τι έχει να πουλήσει». Με άλλα λόγια, πρέπει να αποδεχθεί και να υποστηρίξει ενεργά την ίδια της την εμπορευματοποίηση. Η έμφαση, επομένως, στην αποκάλυψη των μουσουλμανικών γυναικείων σωμάτων στην Ευρώπη συνδυάζει τόσο το διαχρονικό όνειρο του δυτικού άνδρα να αποκαλύψει τη γυναίκα του εχθρού ή του αποικιοποιημένου, όσο και την απαίτηση να αρθεί η ασυμβατότητα των καλυμμένων γυναικείων σωμάτων ως εξαιρέσεων στον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να κυκλοφορούν σαν «αποδεκτό νόμισμα».[43]
Μπορούμε, συνεπώς, να υποστηρίξουμε ότι η άνοδος του φεμοεθνικισμού πρέπει να κατανοηθεί ως σύμπτωμα της διαφορετικής θέσης που κατέχουν οι δυτικές και μη δυτικές γυναίκες στην οικονομική, πολιτική και, με την ευρεία έννοια, υλική αλυσίδα παραγωγής και αναπαραγωγής. Η δυνατότητα του εθνικιστικού ξενοφοβικού λόγου να οικειοποιείται τα κεντρικά φεμινιστικά ιδανικά της ισότητας και της ελευθερίας πηγάζει από την συγκεκριμένη αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας και των μεταναστευτικών ροών που επέφερε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση κατά τα τελευταία 30 χρόνια. Η αντιμετώπιση του φεμοεθνικισμού απαιτεί, επομένως, όχι μόνο ιδεολογική αντιπαράθεση αλλά και συγκεκριμένη ανάλυση των πολιτικοοικονομικών του θεμελίων.
Σημειώσεις
[1] Andrew R. Morrison, Maurice Schiff, Mirja Sjöblom, The International Migration of Women (2007).
[2] Βλ. για παράδειγμα, Hester Eisenstein, Feminism Seduced: How Global Elites Use Women’s Labor and Ideas to Exploit the World (2009). Liz Fekete, «Enlightened Fundamentalism? Immigration, Feminism and the Right», Race and Class 48 (2006): 1-22. Sheren H. Razack, Casting Out: The Eviction of Muslims from Western Law and Politics (2008), Joan Wallach Scott, The Politics of the Veil (2007). Anna C. Korteweg, «The Murder of Theo van Gogh: Gender, Religion, and the Struggle over Immigrant Integration in the Netherlands», Migration, Citizenship, Ethnos, επιμ. Y. Michal Bodemann and Gökçe Yurdakul (2006): 147-66.
[3] Leila Ahmed, «Feminism, Colonialism, and Islamophobia: Treacherous Sympathy with Muslim Women», Qantara.de (18/08/2011). Gayatri Chakravorty Spivak, «Can the Subaltern Speak?», Marxism and the Interpretation of Culture, επιμ. Cary Nelson and Lawrence Grossberg (1988): 271-313.
[4] Για μια σύνοψη αυτής της συζήτησης, βλ. Eleonore Kofman et al., επιμ., Gender and International Migration in Europe: Employment, Welfare and Politics (2000).
[5] Helma Lutz, «The Limits of Europeanness: Immigrant Women in Fortress Europe», Feminist Review no. 57, Autumn (1997): 96.
[6] Ό.π.
[7] Jasbir K. Puar, Terrorist Assemblages: Homonationalism in Queer Times (2007): 39.
[8] Sherene H. Razack, Casting Out: The Eviction of Muslims from Western Law and Politics (2008). Birgit Sauer, «Headscarf Regimes in Europe: Diversity Policies at the Intersection of Gender, Culture and Religion», Comparative European Politics 7 (2009): 75-94.
[9] Τα αποσπάσματα είναι αντίστοιχα από τα Fekete, «Enlightened Fundamentalism?»: 8. Saba Mahmood, «Feminist Theory, Embodiment, and the Docile Agent: Some Reflections on the Egyptian Islamic Revival», Cultural Anthropology 16 (2001): 202-3. Fekete, «Enlightened Fundamentalism?»: 8.
[10] Για μια ανάλυση των «μη ανεκτικών» χαρακτηριστικών του κοσμικού κράτους και της σχέσης του με τα δικαιώματα των γυναικών, βλ. ιδίως Scott, Politics of the Veil και Joan Wallach Scott, «Sexularism», Ursula Hirschmann Annual Lecture on Gender and Europe, Robert Schuman Centre for Advanced Studies, European University Institute, San Domenico di Fiesole, Italy, 2009.
[11] Kofman et al., Gender and International Migration in Europe, Sara R. Farris et al., επιμ., La straniera: Informazioni, sito-bibliografie e ragionamenti su razzismo e sessismo (2009).
[12] Αυτή η διαφοροποιημένη μεταχείριση ανδρών και γυναικών μεταναστών/τριών στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ έχει αναδειχθεί σε αρκετές μελέτες. Για παράδειγμα, για τη Γερμανία και τη Γαλλία βλ. αντιστοίχως Paul Scheibelhofer, «Die Lokalisierung des Globalen Patriarchen: Zur diskursiven Produktion des ‘türkisch-muslimischen Mannes’ in Deutschland», στο Mann wird man: Geschlechtliche Identitäten im Spannungsfeld von Migration und Islam, επιμ. Lydia Potts and Jan Kühnemund (2008): 39-52. Thomas Deltombe and Mathieu Rigouste, «L’ennemi intérieur: la construction médiatique de la figure de l’‘Arabe’», στο La fracture coloniale: La société française au prisme de l’héritage coloniale, επιμ. Pascal Blanchard, Nicolas Bancel, and Sandrine Lemaire (2005): 191-198.
[13] Ahmed, «Feminism, Colonialism, and Islamophobia».
[14] Βλ. για παράδειγμα, Jorgen Carling, «Gender Dimension of International Migration», Global Migration Perspectives 35 (2005): 1-26. Sara R. Farris, «Interregional Migration: The Challenge for Gender and Development», Development 53 (2010): 98-104.
[15] Ronald Ayres, Tamsin Barbe, «Statistical Analysis of Female Migration and Labor Market Integration in the EU» (Integration of Female Immigrants in Labor Market and Society, Policy Assessments and Policy Recommendations, Sixth Framework Program of the European Commission, Oxford Brookes University, 2006).
[16] Helma Lutz, επιμ., Migration and Domestic Work: A European Perspective on a Global Theme (2008). Saskia Sassen, «Globalization or Denationalization?», Review of International Political Economy 10 (2003): 1-22.
[17] Βλ. Veronica Beechey, «Rethinking the Definition of Work», στο Feminization of the Labor Force: Paradoxes and Promises, επιμ. Jane Jenson, Elizabeth Hagan, and Ceallaigh Reddy (1988): 45-62.
[18] Lutz, Migration and Domestic Work: 1.
[19] Ό.π.: 48. Για τη συναφή έννοια της «αποδόμησης του φύλου», ό.π.: 6.
[20] Για την έννοια της συναισθηματικής εργασίας βλ. ειδικότερα, Michael Hardt, «Affective Labor», Boundary 2 no.26 (1999): 89-100. Ariel M. Ducey, Heather Gautney and Dominic Wetzel, «Regulating Affective Labor Communication Skills Training in the Health Care Industry», στο The Sociology of Job Training, επιμ. David B. Bills (2003): 49-72.
[21] Silvia Federici, «The Reproduction of Labor-Power in the Global Economy, Marxist Theory and the Unfinished Feminist Revolution», Globalizations 3 (2006): 13.
[22] Karl Marx, Capital, στο Karl Marx, Frederick Engels: Collected Works (1996), 35:623.
[23] Emanuele Pavolini and Costanzo Ranci, «Restructuring the Welfare State: Reforms in Long-Term Care in Western European Countries», Journal of European Social Policy 18 (2008): 246-59.
[24] Ibrahim Awad, The Global Economic Crisis and Migrant Workers: Impact and Response (2009): 43.
[25] Fiona Williams and Anna Gavanas, «The Intersection of Child Care Regimes and Migration Regimes: A Three-Country Study», στο Migration and Domestic Work: A European Perspective on a Global Theme, επιμ. Helma Lutz (2008): 14.
[26] Βλ. για παράδειγμα, Clare Ungerson, «Commodified Care Work in European Labor Markets», European Societies 5 (2003): 377-96. Pavolini and Ranci, «Restructuring the Welfare State.»
[27] Sabrina Marchetti, «Che senso ha parlare di badanti?», Zeroviolenzadonne.it, http://www.zeroviolenzadonne.it/index.php?option=com_content&view=article&id=12069:che-senso-ha-parlare-di-badanti&catid=34&Itemid=54.
[28] Helma Lutz and Ewa Palenga-Möellenbeck, «Care Work Migration in Germany: Semi-Compliance and Complicity», Social Policy & Society 9 (2010): 419-30.
[29] Ό.π.: 426.
[30] Ό.π.
[31] Ό.π.
[32] Για μια σύνοψη αυτής της συζήτησης, βλ. Lise Vogel, «Domestic Labour Debate», Historical Materialism 16 (2008): 237-43.
[33] Veronica Beechey, «Some Notes on Female Wage Labour», Capital and Class 3 (1977): 45-66. Floya Anthias, «Women and the Reserve Army of Labour: A Critique of Veronica Beechey», Capital and Class 1 (1980): 50-63.
[34] Anthias, «Women and the Reserve Army»: 50.
[35] Για παράδειγμα βλ. την ανάλυση του Sandro Mezzadra’s για την «αυτονομία της μετανάστευσης», Sandro Mezzadra, «Capitalisme, migration et luttes Sociales: Notes préliminaires pour une théorie de l’autonomie des migrations», Multitudes 19 (2004): 17-30. Για την έννοια της «συσσώρευσης μέσω αποστέρησης», βλ. David Harvey, The New Imperialism (2003).
[36] Carole Pateman, The Sexual Contract (1988).
[37] Charles W. Mills, The Racial Contract (2007).
[38] Joan Tronto, Moral Boundaries: A Political Argument for an Ethic of Care (1993): 103.
[39] Charles Westoff and Thomas Frejka, «Religiousness and Fertility among European Muslims», Population and Development Review 33 (2007): 785-809.
[40] Judith Butler «Feminism Should not Resign in the Face of such Instrumentalization», Iablis (2006), http://www.iablis.de/iablis_t/2006/butler06.html.
[41] Eisenstein, Feminism Seduced:195.
[42] Alain Badiou, «Derrière la Loi foulardière, la peur», Le Monde (24/02/2004), η αγγλική μετάφραση στο: http://zinelibrary.info/files/badiou-hijab-imposed.pdf.
[43] Franz Fanon, «Algeria Unveiled», στο The New Left Reader, επιμ. Carl Oglesby (1969): 167.
Αρχεία:
Sara_R.Farris-_Femonationalism.pdf
*** Η Σάρα Ρ.Φάρις είναι Βρετανίδα κοινωνιολόγος στο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Είναι γνωστή για την επινόηση του όρου φεμινιστικός εθνικισμός, τη χρήση φεμινιστικών ιδεών για την προώθηση ρατσιστικών, ξενοφοβικών και αποροφοβικών θέσεων.**
Discussion in the ATmosphere